
Οι ΗΠΑ επενδύουν στον ναυτικό αποκλεισμό του Ιράν

Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.
Eνώπιον των κινδύνων που συνεπάγεται μια επέμβαση επί του εδάφους, ακόμη και αν έχει «περιορισμένο» χαρακτήρα, οι ΗΠΑ προκρίνουν τον ναυτικό αποκλεισμό, στηριζόμενες στη μεγάλη ναυτική υπεροχή που διαθέτουν. Επιδιώκουν, με τον τρόπο αυτό, την οικονομική ασφυξία του Ιράν και κατ’ επέκταση την κατάρρευσή του, εάν ο αποκλεισμός παραταθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Για να επιταχύνουν την πορεία των γεγονότων και να μεγιστοποιήσουν την πίεση στο καθεστώς, εξετάζουν παραλλήλως την επανάληψη των αεροπορικών πληγμάτων, με κύριο στόχο τις δυνάμεις των Φρουρών της Επανάστασης και τις υπόγειες βάσεις βαλλιστικών πυραύλων και drones, αυτές τουλάχιστον που θα γίνει δυνατόν να επισημανθούν. Για τις τελευταίες εξετάζουν τη χρήση των πλέον συγχρόνων βομβαρδιστικών τους B-2, εξοπλισμένων με ειδικές διατρητικές βόμβες, που μπορούν να εισχωρήσουν σε μεγάλο βάθος, ακόμη και σε οχυρωμένες υπόγειες βάσεις.
Το Ιράν υπέβαλε πρόταση προς τις ΗΠΑ για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και αναβολή για συζήτηση αργότερα του πυρηνικού θέματος. Οι ΗΠΑ την απέρριψαν. Ζήτησαν την υποβολή νέας προτάσεως που θα αναφέρεται σε όλα τα θέματα. Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αραγτζί μετέβη στη Μόσχα και είχε συνάντηση με τον Ρώσο Πρόεδρο Πούτιν. Αντικείμενο των συνομιλιών τους ήταν προφανώς ο ρόλος που θα μπορούσε να διαδραματίσει η Ρωσία στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις Ιράν – ΗΠΑ. Εξίσου, προφανώς, ήταν επίσης η βοήθεια που μπορεί να δώσει η Ρωσία τόσο για την αντιμετώπιση του Αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού όσο και για την ενίσχυση της αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας του Ιράν.
Η Ρωσία έχει κάθε λόγο να μη θέλει μεγάλη εμπλοκή στο Ιράν, τη στιγμή που αντιμετωπίζει το πρόβλημα της Ουκρανίας και υπολογίζει στη διαφοροποιημένη στάση των ΗΠΑ σε σχέση με την ιδιαίτερα αδιάλλακτη και επιθετική στάση των Ευρωπαίων. Αντιμετωπίζει επίσης σημαντικά οικονομικά προβλήματα και δεν έχει μεγάλα περιθώρια να αρθεί αρωγός στο Ιράν σ’ αυτήν την πολύ δύσκολη γι’ αυτό στιγμή.
Το Ιράν είναι, όμως, ταυτόχρονα στρατηγικός σύμμαχος της Ρωσίας και η τελευταία δεν μπορεί να φανεί διεθνώς αναξιόπιστη στις συμμαχίες της. Στο πλαίσιο αυτό, είναι βέβαιο ότι παρέχει στο Ιράν σημαντική στρατιωτική βοήθεια, όπως επίσης μια εναλλακτική διέξοδο για το Ιράν μέσω Κασπίας Θάλασσας. Δεν είναι γνωστό τι είδους ακριβώς στρατιωτική βοήθεια παρέχει και αν αυτή περιλαμβάνει εξελιγμένους πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, που μπορούν να απειλήσουν, σε μεγάλη απόσταση, τα σκάφη του Αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού ή άλλα μέσα που μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα στην υπάρχουσα μέχρι τώρα Αμερικανο-Ισραηλινή αεροπορική υπεροχή. Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες κάνουν λόγο για μεταστάθμευση στο Ιράν σημαντικού αριθμού Ρωσικών αεροσκαφών. Εάν επιβεβαιωθεί η πληροφορία αυτή, θα είναι μια πολύ επικίνδυνη εξέλιξη, που οδηγεί προς διεύρυνση και διεθνοποίηση της συγκρούσεως.
Η συντήρηση επί μακρόν μιας περιορισμένης συγκρούσεως δημιουργεί πάντα τον κίνδυνο αυτή να διευρυνθεί και να επεκταθεί. Το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση προστίθεται ένας ναυτικός αποκλεισμός, που εκ των πραγμάτων δεν αφορά μόνο τους εμπολέμους, είναι ένα επιπλέον στοιχείο κλιμακώσεως μιας περιφερειακής συγκρούσεως σε διεθνή.
Στο σκεπτικό αυτό υπεισέρχεται και η Κίνα, που είναι μια άλλη μεγάλη δύναμη με στενούς δεσμούς και ζωτικά συμφέροντα με το Ιράν. Όπως και για τη Ρωσία, μπαίνουν και για την Κίνα τα ίδια ερωτήματα. Αν δηλαδή θα σπεύσει να δώσει βοήθεια στο ασφυκτικά πιεζόμενο Ιράν τόσο για τον ναυτικό αποκλεισμό όσο και για τα επαπειλούμενα νέα πλήγματα στις υπόγειες στρατιωτικές του βάσεις και στις υποδομές του.
Η Κίνα διαθέτει επίσης σύγχρονα όπλα που μπορούν να απειλήσουν τα σκάφη του Αμερικανικού Ναυτικού, όπως και άλλα όπλα που μπορούν να ενισχύσουν την άμυνα του Ιράν. Κατά τα άλλα όμως η Κίνα αναμένει να υποδεχθεί στο Πεκίνο, σε δύο εβδομάδες, τον Αμερικανό Πρόεδρο, με τον οποίον θέλει να συζητήσει ένα μεγάλο φάσμα θεμάτων που απασχολούν τις δύο χώρες. Είναι πιθανόν η επίσκεψη Τραμπ να αναβληθεί εκ νέου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι φανερό ότι και οι τρεις δυνάμεις, ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, έχουν πολύ σοβαρούς λόγους να μη θέλουν ανεξέλεγκτη κλιμάκωση στο Ιράν και να επιδεικνύουν αυτοσυγκράτηση. Πώς θα βρεθεί όμως μια διέξοδος που θα επιτρέψει μια διαφορετική πορεία και τερματισμό του πολέμου;
Οι ΗΠΑ επιμένουν ανυποχώρητα στο θέμα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Εάν ήταν μόνο αυτό, θα ήταν εύκολο να βρεθεί λύση, εφόσον και πριν ακόμη τον πόλεμο, στις διαπραγματεύσεις της Γενεύης, οι δύο πλευρές είχαν φτάσει πολύ κοντά σε συμφωνία πάνω στο θέμα αυτό. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι, προφανώς, το καθεστώς και η πολιτικο-ιδεολογική του θέση για εξάλειψη του Ισραήλ, που το φέρνει κοντά στις πιο ακραίες Παλαιστινιακές ομάδες, όπως η Χαμάς. Ακόμη και ο ιστορικός ηγέτης των Παλαιστινίων, ο Γιασέρ Αραφάτ, είχε αρχίσει την πολιτική του δράση με συνθήματα όπως αυτά της Χαμάς. Αντελήφθη όμως στην πορεία και μέσα από την πικρή του εμπειρία ότι η στρατηγική αυτή ήταν αδιέξοδη και αυτοκαταστροφική. Μετεκινήθη για τον λόγο αυτό, σταδιακά, στη γραμμή των δύο κρατών και υπέγραψε τις Συμφωνίες του Όσλο. Η δολοφονία του Ισραηλινού πρωθυπουργού Ράμπιν από Εβραίο φανατικό και οι αντιδράσεις των ακραίων της Φατάχ οδήγησαν τελικά στον εκφυλισμό και στην αποτυχία των Συμφωνιών του Όσλο. Ως αποτέλεσμα της δυναμικής αυτής ήρθε η σαρωτική εκλογική νίκη της Χαμάς στη Γάζα και η επίσημη επιστροφή στην πολιτική της εξαλείψεως του Ισραήλ.
Από μια άποψη, προκαλεί απορία γιατί το Σιιτικό Ιράν, που δεν είναι Άραβες, θεώρησε σκόπιμο να υπερφαλαγγίσει τα Αραβικά κράτη και να αναλάβει ρόλο πρωταγωνιστή στο θέμα των Παλαιστινίων, στην πιο αδιάλλακτη γραμμή της εξαλείψεως του Ισραήλ. Ένας λόγος είναι ο ανταγωνισμός Σιιτισμού και Σουνιτισμού. Τον τελευταίο τον εκπροσωπεί στην περιοχή του Περσικού κόλπου η ανταγωνίστρια του Ιράν, Σαουδική Αραβία. Ένας άλλος λόγος είναι οι γεωπολιτικές φιλοδοξίες του νέου καθεστώτος, που είδε σ’ αυτόν τον πρωταγωνιστικό ρόλο μια ευκαιρία για επέκταση και επιρροή στη Μέση Ανατολή και αναβάθμιση της επιρροής του Σιιτισμού. Πράγματι, στο όνομα του ρόλου αυτού, το Ιράν υπεστήριξε την ανάδυση οργανώσεων παραστρατιωτικού χαρακτήρα, που ανέλαβαν ρόλο πληρεξουσίων και δορυφορικών δυνάμεων του Ιράν.
Η εγκατάλειψη από το Ιράν της πολιτικής αυτής και της ιδεολογίας του είναι εκτός συζητήσεως για το καθεστώς. Μπορεί όμως να προκύψει ως αποτέλεσμα μεγάλης αλλαγής των συνθηκών στην περιφέρεια, στην οποία ασκείται η επιρροή αυτή. Σ’ αυτό τουλάχιστον αποβλέπουν ΗΠΑ και Ισραήλ στον Λίβανο, όπου η παρουσία και η δράση της Χεσμπολάχ καταγγέλλεται από το Ισραήλ ως υπαρξιακή απειλή, εφόσον εμπνέεται από την ιδεολογία της εξαλείψεως του Ισραήλ.
Η καταγγελία αυτή φαίνεται πολύ ωχρή, εξετάζοντας κανείς τους πραγματικούς συσχετισμούς δυνάμεων. Το Ισραήλ όμως υποστηρίζει ότι η απειλή της Χεσμπολάχ δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά μεμονωμένο τρόπο, αλλά σε συνδυασμό με το όλο δυναμικό του Ιράν.
Σε ό,τι αφορά τον Λίβανο, η συμφωνία για εκεχειρία και για διαπραγματεύσεις στο ανώτατο επίπεδο στην Ουάσινγκτον άνοιξε ένα παράθυρο για ειρηνευτική συμφωνία, βασιζόμενη τελικά στην αναγνώριση του Ισραήλ από τον Λίβανο και στην εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.
Η προοπτική αυτή αντιμετωπίζεται ως προδοσία από την πλευρά της Χεσμπολάχ, η οποία στέλνει μηνύματα ότι, εάν χρειασθεί, θα αντιδράσει δυναμικά. Η κυβέρνηση του Λιβάνου βρίσκεται σε δύσκολη θέση, γιατί αναλογίζεται τους κινδύνους ενός νέου εμφυλίου πολέμου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έρχονται σ’ επικουρίαν και υπόσχονται ότι θα αναλάβουν ενεργότερο ρόλο στον Λίβανο ειδικότερα για τον έλεγχο της Χεσμπολάχ.
Με τα δεδομένα αυτά, η κατάσταση τόσο στον Λίβανο όσο και στο Ιράν παραμένει περίπλοκη και εκρηκτική. Παραμένει επίσης ασαφής και αβέβαιη η στάση των άλλων μεγάλων δυνάμεων, που θα μπορούσαν να προσδώσουν στη Μεσανατολική σύγκρουση παγκόσμιες διαστάσεις. Ο ναυτικός αποκλεισμός φαίνεται να αποδίδει ως εναλλακτική στρατηγική των ΗΠΑ. Για πόσο όμως διάστημα θα είναι δυνατόν αυτό να διατηρηθεί, χωρίς αντιδράσεις από το Ιράν και άλλες δυνάμεις;
Το Ιράν δεν φαίνεται να έχει τα μέσα για να πλήξει τα σκάφη του ναυτικού αποκλεισμού. Μπορεί όμως να τα αποκτήσει από άλλες δυνάμεις, εάν αυτές το θελήσουν. Το Ιράν επέδειξε επίσης μέχρι τώρα πολλές εκπλήξεις, με την ασύμμετρη πολιτική που ακολουθεί. Μπορεί να έχει ακόμη στο οπλοστάσιό του ορισμένες άλλες εκπλήξεις.
Το βέβαιο όμως που διαπιστώνεται από τον Αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό είναι οι συνέπειες στην παγκόσμια οικονομία. Δεν έχει σημασία ποιος κλείνει τα Στενά του Ορμούζ. Οι συνέπειες είναι οι ίδιες. Οι ΗΠΑ δεν πλήττονται ευθέως από την ενεργειακή κρίση στον Περσικό Κόλπο, πλήττονται όμως εμμέσως ως ηγεμονική δύναμη του κόσμου και ως εγγυήτρια μιας διεθνούς τάξεως. Πλήττονται ακόμη στο θέμα του δολαρίου ως αποθεματικού νομίσματος του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος. Ο ίδιος ο Αμερικανός Πρόεδρος πλήττεται προσωπικά στην πολιτική επιρροή του, εν όψει ιδίως των ενδιαμέσων εκλογών του προσεχούς Νοεμβρίου.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η λογική επιτάσσει αποκλιμάκωση και προσεκτικά βήματα προς την ειρήνη. Τίποτε όμως δεν είναι βέβαιο. Ο πυρετός των εξοπλισμών που έχει καταλάβει όλο τον κόσμο και η ποιότητα των πολιτικών ηγεσιών που κυριαρχούν σε κρίσιμες χώρες και περιοχές του κόσμου δεν εμπνέουν αισιοδοξία. Χρειάζεται πραγματική θέληση και ανάληψη πολιτικών κινδύνων, για την ανακοπή και την αντιστροφή μιας δυναμικής που εξελίσσεται προς το χειρότερο. Ας ευχηθούμε ότι θα υπερισχύσει τελικά η σύνεση και η αυτοσυγκράτηση και ότι μέσα από τις δυσκολίες και τους κινδύνους θα βρεθεί μια διέξοδος προς την ειρήνη.