Ο ρόλος της εργασίας στον εξανθρωπισμό ενός υπουργού – Του Ν. Στραβελάκη

–Σκέψεις με αφορμή τις πρόσφατες δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου


Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών


Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης σόκαρε το Πανελλήνιο όταν, πριν από λίγες μέρες, σε τηλεοπτική συνέντευξη, εξέφρασε την «προσωπική γνώμη» ότι τα επιδόματα ανεργίας θα πρέπει να έχουν διάρκεια δύο μηνών, διότι αυτοί που τα αιτούνται είναι τεμπέληδες που δεν επιθυμούν να εργαστούν.

Με αφορμή αυτές τις δηλώσεις, φίλος, ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ ανήρτησε στο διαδίκτυο άρθρο με τίτλο ο οποίος είναι παράφραση ενός κεφαλαίου του βιβλίου του Ένγκελς «Η διαλεκτική της φύσης». Ο παραλληλισμός με τον κ. Μαρινάκη οφείλεται κυρίως στο ακόλουθο απόσπασμα της μπροσούρας:

«Χρειάστηκε η εργασία χιλιάδων ετών για να μάθουμε… τις… φυσικές επιπτώσεις των πράξεών μας στον τομέα της παραγωγής, αλλά ακόμη δυσκολότερο αποδείχθηκε το ζήτημα των… κοινωνικών επιπτώσεων αυτών των πράξεων».

Πράγματι, ο κ. Μαρινάκης υπήρξε ιδιαίτερα φυγόπονος στο να αφομοιώσει τις κοινωνικές επιπτώσεις των λόγων και των έργων του, όχι μόνο στην ιστορικότητά τους αλλά και στην τρέχουσα συγκυρία. Με μια απλή περιήγηση στο διαδίκτυο θα μάθαινε ότι το μέσο ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα είναι 7,9%, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 6,4%. Από τις χώρες της Ευρωζώνης, οι μόνες που έχουν υψηλότερο ποσοστό ανεργίας είναι οι Φινλανδία και η Ισπανία με 10%. Όμως, αυτό δεν οφείλεται στο ότι οι Φινλανδοί και οι Ισπανοί είναι πιο τεμπέληδες ακόμη και από εμάς, αλλά στον τρόπο υπολογισμού του ποσοστού ανεργίας στις χώρες αυτές. Παραδείγματος χάρη, στην Ελλάδα, άνεργος ορίζεται όποιος δεν έχει ούτε μία ώρα απασχόλησης την εβδομάδα που λαμβάνει χώρα η μέτρηση, ενώ στη Φινλανδία όποιος έχει κάτω από τέσσερις ώρες εβδομαδιαία απασχόληση για κάποιο διάστημα. Αν οι Φινλανδοί υπολόγιζαν τον αριθμό των ανέργων όπως εμείς, θα είχαν ποσοστό ανεργίας σημαντικά χαμηλότερο από την Ελλάδα.

Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κάποιος αν συγκρίνει τον αριθμό των ανέργων στην Ελλάδα με βάση τον υπολογισμό της ΕΛΣΤΑΤ και της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (ΔΥΠΑ). Συγκεκριμένα, για τον μήνα Ιούλιο, οι άνεργοι στην Ελλάδα ήταν 376.508 σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ (Έρευνα Εργατικού Δυναμικού) και 715.328 σύμφωνα με τη ΔΥΠΑ (Μητρώο Εγγεγραμμένης Ανεργίας). Οι βασικές διαφορές στη μεθοδολογία των δύο υπολογισμών είναι οι εξής: 1) Η ΕΛΣΤΑΤ κάνει δειγματοληπτικό έλεγχο και εξαιρεί από τους άνεργους εκείνους που δήλωσαν έστω μία ώρα εργασίας την εβδομάδα αναφοράς, ακόμη και αν ήταν μαύρη / αδήλωτη εργασία. 2) Η ΕΛΣΤΑΤ διαγράφει αυτόματα από τα μητρώα των ανέργων όσους δεν έχουν ούτε μία ώρα δουλειάς για πάνω από τέσσερις μήνες, ενώ η ΔΥΠΑ τους διατηρεί στα μητρώα της για μεγαλύτερο διάστημα.

Περιέργως, ή όχι και τόσο περιέργως, η ΔΥΠΑ δεν ανακοινώνει ποσοστό ανεργίας. Όμως, σίγουρα είναι πολύ μεγαλύτερο από το επίσημο 7,9%. Ένας σχετικά δόκιμος τρόπος σύγκρισης είναι να προσθέσουμε τους μακροχρόνια άνεργους στο εργατικό δυναμικό (τον παρονομαστή του κλάσματος υπολογισμού του ποσοστού ανεργίας) για να υπολογίσουμε το ποσοστό ανεργίας σύμφωνα με τη ΔΥΠΑ. Η άσκηση μας δίνει ποσοστό ανεργίας της τάξης του 14%.

Τούτων όλων λεχθέντων, όσοι έχουμε μια εμπειρία έστω λίγων χρόνων μισθωτής εργασίας διαπιστώνουμε ότι ζούμε σε μια εξόχως αντιφατική χώρα. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, κάποιος μπορεί να λαμβάνει επίδομα ανεργίας μέχρι και για 12 μήνες, την ίδια ώρα που δεν υπολογίζεται από την ΕΛΣΤΑΤ ως άνεργος. Σε αυτό το περιβάλλον, καλό θα ήταν να καταλήγαμε στο πόσοι είναι οι άνεργοι και πώς πρέπει να υπολογίζονται, αντί να κάνουμε λογικά άλματα για υποτιθέμενα βαθύτερα κίνητρα (τεμπελιά) που τους καθιστούν άνεργους, όπως κάνει ο κ. Μαρινάκης.

Ο τελευταίος καλό θα ήταν να αναλογιστεί ποια θα ήταν τα αποτελέσματα των προτάσεών του, αν εφαρμόζονταν σε μια χώρα που η πραγματική ανεργία είναι τουλάχιστον 14%. Αυτή η εργασία θα ήταν σίγουρα ευεργετική στον εξανθρωπισμό του.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ



Διαβάστε επίσης