–ΣΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΑΥΤΟ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΙΣΩΣ ΒΡΕΙ ΣΩΣΙΒΙΟ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Εγκλωβισμένη σε ένα επικίνδυνο αδιέξοδο στα ελληνοτουρκικά, στο οποίο την οδήγησαν οι δικοί της χειρισμοί, είναι η κυβέρνηση, καθώς πλέον είναι αντιμέτωπη με δύσκολες επιλογές, που ενδέχεται να θέσουν σε διακύβευση κρίσιμα εθνικά συμφέροντα.
Έχοντας ακολουθήσει την πρωτοφανή πολιτική κατευνασμού της Διακήρυξης των Αθηνών, η οποία οδήγησε στον διεθνή εξωραϊσμό της Τουρκίας και στη μετατροπή του αναθεωρητισμού της σε κανονικότητα, διαπιστώνει τώρα ότι η Τουρκία είναι έτοιμη να ξεπεράσει κάθε κόκκινη γραμμή, προκειμένου να επιβάλει τετελεσμένα εις βάρος της χώρας μας.
Η αγωνία της κυβέρνησης δεν είναι πλέον η αντιμετώπιση του τουρκικού αναθεωρητισμού, αλλά η αποφυγή εμπλοκών όσο θα διαρκεί η προεκλογική περίοδος. Και αυτό διότι ένα δυσμενές για τη χώρα επεισόδιο είναι προφανές ότι θα πυροδοτήσει το ήδη βαρύ κλίμα στο εκλογικό σώμα, θα καταστήσει ευάλωτη την κυβέρνηση σε αυτό που μέχρι τώρα πρόβαλλε ως μεγάλο «ατού» του Κυριάκου Μητσοτάκη και θα έχει συνολικά καταστροφικές συνέπειες στις εκλογικές επιδόσεις της. Με τους χειρισμούς της τα τελευταία χρόνια στα ελληνοτουρκικά, η κυβέρνηση διέρρηξε ακόμη περισσότερο τη σχέση της με το μεγάλο κοινό της πατριωτικής Κεντροδεξιάς, καθώς η πολιτική της θύμιζε περισσότερο τη συνέχεια της πολιτικής κατευνασμού του Κώστα Σημίτη, του Γιώργου Παπανδρέου και του Ποταμιού.
Η επίσκεψη του Ιμπραήμ Καλίν, διοικητή της ΜΙΤ και στενού συνεργάτη του Προέδρου Ερντογάν, στην Αθήνα και η εκ των υστέρων αποκάλυψη ότι συναντήθηκε μυστικά με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη πυροδότησε σειρά σεναρίων. Όμως είναι προφανές ότι η κυβέρνηση αναζητεί τρόπους και τώρα για τον κατευνασμό της Τουρκίας. Και το μήνυμα που στέλνει είναι ότι, παρά τις δηλώσεις, παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις, πρέπει να αποφευχθεί ένα θερμό επεισόδιο, το οποίο θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε εκλογική καταβαράθρωση της ΝΔ στις επικείμενες εκλογές.
Δυστυχώς, η Άγκυρα γνωρίζει πολύ καλά πώς παίζεται το εκλογικό παιχνίδι στην Ελλάδα και εκμεταλλεύεται πάντοτε τις προεκλογικές περιόδους προκειμένου είτε να επιβάλει αθόρυβα τετελεσμένα είτε να προωθήσει τις θέσεις της.
Υπενθυμίζεται ότι αντίστοιχο αίτημα στον Μεβλούτ Τσαβούσογλου είχε υποβάλει ο τότε ΥΠΕΞ Γιώργος Κατρούγκαλος, σε συνάντηση που είχαν στο εξωτερικό, λίγο πριν από τις εκλογές του 2019, ζητώντας να αποφευχθούν οι εντάσεις, προκειμένου να μην πληγεί το τότε κυβερνών κόμμα. Ούτε αυτή η κίνηση όμως βοήθησε τότε, καθώς ήρθε η εκλογική νίκη της ΝΔ.
Αντιθέτως, η Τουρκία, για μία ακόμα φορά, διαπίστωσε ότι τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, μπροστά στις εκλογές, καταλαμβάνονται από ένα φοβικό σύνδρομο έναντι της Άγκυρας, το οποίο της προσφέρει ελεύθερο πεδίο για την εφαρμογή των επιδιώξεών της.
Τώρα, η κυβέρνηση, υπό την πίεση της αντιπολίτευσης και του Αντώνη Σαμαρά, υποχρεώνεται να υιοθετήσει πολιτική λεονταρισμών έναντι της Άγκυρας, δηλώνοντας ότι θα προχωρήσει σε όλα τα projects τα οποία εδώ και καιρό μένουν στο ράφι λόγω των τουρκικών απειλών. Ελπίζοντας, προφανώς, ότι είτε θα κυλήσει ο καιρός και θα επικαλεσθεί άλλου είδους εμπόδια για να μην προχωρήσει είτε ότι η Άγκυρα θα δείξει κατανόηση, την οποία φυσικά θα σπεύσει να εξαργυρώσει αργότερα με συγκεκριμένα ανταλλάγματα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από την Αίγυπτο, μετά τη συνάντησή του με τον Αλ Σίσι και τον Νίκο Χριστοδουλίδη, έσπευσε να προβάλει τη συμφωνία μερικής οριοθέτησης Ελλάδας – Αιγύπτου ως πρότυπο για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, δηλώνοντας ότι αρκεί η καλή θέληση και ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας.
Η δήλωση αυτή όμως μπορεί να οδηγήσει σε λάθος συμπεράσματα, εκτός εάν υποκρύπτει κάποιο μήνυμα προς την Άγκυρα.
Διότι η συμφωνία Ελλάδας – Αιγύπτου του 2020 ήταν μερική, καθώς, με απαίτηση της Αιγύπτου, εξαιρέθηκε όλη η περιοχή ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, που τέμνει τη Ρόδο, καθώς το Κάιρο δεν ήθελε να δυσαρεστήσει την Άγκυρα, η οποία διεκδικεί όλη την ελληνική υφαλοκρηπίδα ανατολικά των νησιών. Και μάλιστα προτείνει στην Αίγυπτο να μοιραστεί η υφαλοκρηπίδα με βάση τη μέση γραμμή των απέναντι ακτών της Τουρκίας και της Αιγύπτου, αγνοώντας τα ελληνικά δικαιώματα.
Επίσης, για πρώτη φορά η Ελλάδα αποδέχθηκε να κάνει μια σημαντική παραχώρηση και δέχθηκε μειωμένη επήρεια των νησιών, όχι μόνο της Κάσου και της Καρπάθου αλλά και της ίδιας της Κρήτης, στη συνολική οριοθέτηση. Όμως αυτή ακριβώς είναι η βασική απαίτηση της Τουρκίας, η οποία ζητά να μη λαμβάνεται πλήρης επήρεια ή ακόμη και να μηδενιστεί η επήρεια των νησιών, και αυτή αποτελεί μία από τις βασικές διαφορές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Πολλοί είχαν προειδοποιήσει τότε ότι η αγωνία της κυβέρνησης να συνάψει μια συμφωνία που, σε έναν βαθμό, σε θεωρητικό επίπεδο, θα αμφισβητούσε το τουρκολιβυκό μνημόνιο την οδήγησε να δεχθεί τις εκβιαστικές απαιτήσεις της Αιγύπτου, δημιουργώντας ένα πολύ αρνητικό προηγούμενο.
Και το ερώτημα, βεβαίως, είναι τι θα απαντούσε η ελληνική κυβέρνηση εάν η Τουρκία αποδεχόταν την πρόκληση του κ. Μητσοτάκη και αποδεχόταν να συνομιλήσει στη βάση του μοντέλου της Ελληνοαιγυπτιακής Συμφωνίας…
Για την κυβέρνηση, τώρα, η μεγάλη δοκιμασία είναι το θέμα του καλωδίου της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου – Κρήτης. Σε όλα τα επίπεδα δηλώνει ότι το καλώδιο θα προχωρήσει και θα υλοποιηθεί, ρίχνοντας βεβαίως το βάρος των αποφάσεων στην εταιρεία του GSI, η οποία πλέον ελέγχεται από τη γαλλική Meridiam. Όμως, όταν η εταιρεία ολοκληρώσει την τεχνική προετοιμασία, είναι σαφές ότι η πολιτική απόφαση είναι αυτή η οποία θα δώσει το πράσινο φως για την επανεκκίνηση των ερευνών. Η Τουρκία κάθε άλλο παρά έχει αλλάξει στάση, αλλά αντιθέτως, με τις τελευταίες δηλώσεις και παρεμβάσεις, δείχνει ότι επιμένει στη σκληρή γραμμή και δεν θα επιτρέψει τις έρευνες, εφόσον δεν υποβληθεί στην ίδια με κάποιον τρόπο αίτημα για την παραχώρηση της σχετικής άδειας και την έκδοση της σχετικής NAVTEX.
Στο αδιέξοδο αυτό η κυβέρνηση ίσως βρει σωσίβιο στην πραγματικά προβληματική στάση της Λευκωσίας, η οποία ακόμη δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι του επιχειρηματικού σχήματος, μη εκταμιεύοντας τα ποσά που οφείλει και αμφισβητώντας δημόσια, με δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών Μάκη Κεραυνού, τη βιωσιμότητα του έργου. Εντύπωση προκαλεί, μάλιστα, το γεγονός ότι και ο υπουργός Ενέργειας κ. Δαμιανός εκφράζει προβληματισμό για το έργο, παρά την πολιτική στήριξή του, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα τοξικό κλίμα στην Κύπρο ότι το έργο θα στοιχίσει πολλά στους κύπριους πολίτες, χωρίς να οδηγήσει στη μείωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος.
Ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης επιχείρησε να κρατήσει τις ισορροπίες, λέγοντας ότι το έργο θα προχωρήσει, αλλά είναι σαφές ότι δέχεται ισχυρές πιέσεις και από επιχειρηματικά συμφέροντα, προκειμένου η Κύπρος να είναι η τελευταία που θα δώσει το πράσινο φως.
Έτσι, όμως, προσφέρεται ένα καλό επιχείρημα στην Αθήνα, μέσω της εταιρείας Meridiam, να απαιτήσει ως προϋπόθεση για την επανέναρξη των εργασιών και των ερευνών την εκπλήρωση όλων των οικονομικών και συμβατικών υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και αυτό μπορεί να δώσει τον απαραίτητο χρόνο στην κυβέρνηση Μητσοτάκη προκειμένου να αποφύγει μια ευθεία αντιπαράθεση με την Τουρκία σε μια προεκλογική περίοδο, με μεγάλο τίμημα φυσικά το ίδιο το μεγάλο και σημαντικό αυτό έργο.