Νέες ελπίδες για συμφωνία στο Ιράν

Νέες ελπίδες για συμφωνία στο Ιράν


Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.


H αναστολή της επιχειρήσεως «Ελευθερία», του ανοίγματος δηλαδή των Στενών του Ορμούζ για τον απεγκλωβισμό των εκεί ευρισκομένων εμπορικών σκαφών, με τη βοήθεια Αμερικανικών πολεμικών, έδωσε νέα ώθηση στις μυστικές διαπραγματεύσεις, που έχουν στόχο μια συμφωνία. Τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία αναφέρουν ότι στη λήψη αυτής της αποφάσεως μέτρησε ιδιαίτερα η αντίθεση της Σαουδικής Αραβίας στη συνέχιση της πολιτικής αυτής. Η τελευταία εκφράσθηκε με άρνηση της Σαουδικής Αραβίας να επιτρέψει στις ΗΠΑ τη χρήση του αεροπορικού της χώρου.

Η αντίδραση μιας χώρας της πρώτης γραμμής δείχνει τα όρια που έχουν επιχειρήσεις του είδους αυτού, εφόσον το Ιράν πλήττει σε αντίποινα τους συμμάχους των ΗΠΑ, κατά πρώτο λόγο τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία. Οι χώρες αυτές, όπως και το Κατάρ, που αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μεγάλο μέρος των ενεργειακών εξαγωγών από τον Περσικό Κόλπο, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες και τρωτές στις Ιρανικές επιθέσεις με πυραύλους και drones. Η υποτιθέμενη Αμερικανική ομπρέλα δεν τις προστάτευσε από τις Ιρανικές επιθέσεις, όπως δεν προστάτευσε, άλλωστε, τις ίδιες τις Αμερικανικές βάσεις στην περιοχή.

Η αναστολή της επιχειρήσεως «Ελευθερία» επιβεβαιώνει τα πολύ στενά όρια που έχουν οι ΗΠΑ στην ανάληψη στρατιωτικής δράσεως στα Στενά του Ορμούζ, ως συμπληρώματος του ναυτικού αποκλεισμού που έχουν επιβάλει στη θάλασσα του Ομάν. Παρόμοιες δυσκολίες έχουν οι ΗΠΑ και για την ανάληψη γενικότερα στρατιωτικής δράσεως κατά του Ιράν, ως συμπληρώματος του ναυτικού αποκλεισμού. Οι δυσκολίες προέρχονται από το γεγονός ότι το Ιράν είναι ακόμη σε θέση να ανταποδώσει τα πλήγματα και να προκαλέσει διεθνή αναστάτωση και κρίση στις προμήθειες υδρογονανθράκων και στην παγκόσμια οικονομία.

Με την κατάσταση ως έχει σήμερα και όπως την εκτιμούν πολύ διακεκριμένοι Αμερικανοί αναλυτές, οι ΗΠΑ έχουν ενώπιόν τους τρεις επιλογές: Η πρώτη είναι να εμπιστευθούν τον ναυτικό αποκλεισμό και να αναμένουν τα αποτελέσματά του, που θα είναι πολύ καταστρεπτικά για το Ιράν. Η πρώτη αυτή επιλογή δεν περιλαμβάνει μεγάλους κινδύνους, αλλά απαιτεί σημαντικό χρόνο, που είναι όμως πολύτιμος και προβληματικός για τον Αμερικανό Πρόεδρο. Δεν προστατεύει επίσης τον κόσμο από τον κίνδυνο μιας ενεργειακής και οικονομικής κρίσεως.
Η δεύτερη επιλογή είναι ο συνδυασμός του αποκλεισμού με στρατιωτική δράση, η οποία θα μεγιστοποιούσε την πίεση στο Ιράν και θα συντόμευε τον χρόνο της επιδιωκόμενης καταρρεύσεώς του. Μια περιορισμένη μορφή στρατιωτικής δράσεως και ενός τέτοιου συνδυασμού είναι και η ανασταλείσα επιχείρηση «Ελευθερία», για την οποία έγινε λόγος.

Η τρίτη επιλογή είναι η επιδίωξη μιας συμβιβαστικής συμφωνίας. Η τελευταία όμως δεν πρέπει να δημιουργεί την εντύπωση αποτυχίας των ΗΠΑ και «νίκης» του Ιράν. Πρέπει γι’ αυτό να περιλαμβάνει όρους που ανταποκρίνονται στους στρατηγικούς στόχους που είχαν θέσει από την αρχή ΗΠΑ και Ισραήλ. Το πρώτο θέμα από την άποψη αυτή είναι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Όσο δύσκολο και αν φαίνεται, η αλήθεια είναι ότι οι δύο πλευρές είχαν φτάσει πολύ κοντά στις διαπραγματεύσεις της Γενεύης, πριν το ξέσπασμα του πολέμου. Μπορούν και σήμερα να αναζητήσουν συμβιβασμούς στη χρονική διάρκεια ενός μορατόριουμ και έλεγχο του υπάρχοντος εμπλουτισμένου ουρανίου από τον Διεθνή Οργανισμό Ελέγχου Πυρηνικής Ενέργειας.

Σε ό,τι αφορά τα Στενά του Ορμούζ, η λυσιτελέστερη λύση είναι η επιστροφή στην προτέρα κατάσταση (status quo ante), που ήταν από όλους αποδεκτή. Σε ό,τι αφορά τους δύο άλλους όρους που θέτει η πλευρά των ΗΠΑ και του Ισραήλ, οι βαλλιστικοί δηλαδή πύραυλοι και η συνεργασία του Ιράν με φιλικές πολιτοφυλακές σε τρίτες χώρες, το Ιράν αποκλείεται να δεχθεί στο πρώτο οποιοδήποτε περιορισμό, γιατί οι βαλλιστικοί πύραυλοι είναι η σπονδυλική στήλη της άμυνάς του. Στο δεύτερο, αποκλείεται επίσης να δεχθεί οποιαδήποτε παραίτηση από περιφερειακούς συμμάχους. Τίθεται όμως το ερώτημα για το αν έχει τη δύναμη να συνεχίσει την ίδια πολιτική, όταν οι συνθήκες αλλάξουν σημαντικά επί του πεδίου, όπως π.χ. στη Γάζα και στον Λίβανο.

Με αναμενόμενη την επίσκεψή του στο Πεκίνο, στα μέσα Μαΐου, ο Αμερικανός Πρόεδρος θα ήθελε πολύ να έχει γίνει μέχρι τότε ένα ουσιαστικό βήμα για μια ειρηνευτική συμφωνία στο Ιράν. Δεν υπάρχουν όμως ακόμη σαφείς ενδείξεις ότι αυτό θα επιτευχθεί.

Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, δημιουργεί έναν διεθνή αναβρασμό, που επηρεάζει και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων και τους αντίστοιχους κινδύνους. Ο Αμερικανός Πρόεδρος είναι ανυπόμονος να προωθήσει, έστω και μονομερώς, μια νέα διεθνή τάξη, μέσα στην οποία όμως είναι αναπόφευκτο να έχει σχέσεις ισορροπίας με τις δύο άλλες μεγάλες δυνάμεις που υπολογίζει, τη Ρωσία και την Κίνα, και κατά τρίτο λόγο την Ινδία. Την Ευρώπη την α­ντιμετωπίζει με μεγάλη απαξίωση και βλέπει με καχυποψία και εκνευρισμό το παιχνίδι της με το Ουκρανικό και τον Ζελένσκι.

Η σταδιακή κατάρρευση της διεθνούς τάξεως, που είχε επικρατήσει μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και η οποία επεξετάθη αργότερα σ’ όλο τον κόσμο, μετά την κατάρρευση του διπολικού κόσμου και την προαγωγή από τις ΗΠΑ της παγκοσμιοποιήσεως, διήγειρε τις φιλοδοξίες και άλλων μεσαίων δυνάμεων, που νόμισαν ότι έχουν τώρα μια ευκαιρία να καβαλήσουν το κύμα της διεθνούς ανασυντάξεως και να κατακτήσουν έναν ρόλο «μεγάλης» δυνάμεως.
Μια τέτοια χώρα είναι η Τουρκία του Ερντογάν. Εκμεταλλευόμενη την ανάδυση του Ισλάμ, ως ισχυρού διεθνούς κινήματος, και εργαλειοποιώντας τη μνήμη και τη νοσταλγία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Τουρκία διεκδικεί ρόλο διεθνούς δυνάμεως, επενδύοντας, κατά πρώτο λόγο, στη δημιουργία μιας ανεξάρτητης πολεμικής βιομηχανίας, που θα είναι ταυτόχρονα πυλώνας και σύμβολο διεθνούς ισχύος και επιρροής.

Η Τουρκική ηγεσία επέδειξε σταθερή προσήλωση και επιμονή σ’ αυτόν τον στόχο και κατόρθωσε να οικοδομήσει, πράγματι, μια πολύ αξιόλογη δομή πολεμικής βιομηχανίας, που προσδίδει στην Τουρκία και σημαντικό πλεονέκτημα τεχνολογίας, καινοτομίας και νέων πολεμικών τακτικών.

Σε μελέτη που είχε διεξάγει το Ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, για την πολεμική βιομηχανία στην Ελλάδα και στην Τουρκία, η Ελλάδα υπερείχε τότε σαφώς. Υποσκελίσθηκε όμως στη συνέχεια από την Άγκυρα, που μερίμνησε να θέσει σ’ εφαρμογή και να ακολουθήσει πιστά ένα συστηματικό πρόγραμμα αναπτύξεως της πολεμικής βιομηχανίας. Ακόμα και στον τομέα των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, η Ελλάδα ήταν η πρώτη που κατασκεύασε ένα πρωτότυπο στη δεκαετία του ’80. Με την έλλειψη όμως ενός συνεκτικού και συστηματικού προγράμματος, η Ελληνική πρωτοπορία έμεινε ανεκμετάλλευτη και υπερφαλαγγίσθηκε από την Άγκυρα.

Η Τουρκία σήμερα αυξάνει συνεχώς το ποσοστό των εξοπλισμών που είναι εθνικής κατασκευής και επιτυγχάνει προόδους σε κρίσιμους τομείς, όπως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, η αεροπορία, τα κάθε είδους πυρομαχικά, οι κάθε είδους πύραυλοι, η ναυπήγηση πολεμικών σκαφών, ο ηλεκτρονικός πόλεμος, τα ραντάρ AESA.

Ιδιαίτερα επικίνδυνη για την Ελλάδα είναι η Τουρκική πρωτοπορία στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τόσο από πλευράς ποιότητας όσο και ποσότητας για επιθέσεις κορεσμού. Από τα πολυάριθμα μη επανδρωμένα αεροσκάφη που κατασκευάζει η Τουρκική πολεμική βιομηχανία, ξεχωρίζουν δύο τύποι: το αναβαθμισμένο Μπαϊρακτάρ ΙΙΙ και το λεγόμενο Κιζίλ Ελμά (Κόκκινο Μήλο). Οι δύο αυτοί τύποι μη επανδρωμένων αεροσκαφών, και ιδιαίτερα το Κιζίλ Ελμά, έχουν χαρακτηριστικά και δυνατότητες τακτικής αεροπορίας. Είναι εξοπλισμένα με ρα­ντάρ AESA και μπορούν να εκτοξεύουν πυραύλους αέρος – αέρος και αέρος – εδάφους.

Πολύ επικίνδυνο επίσης για την Ελλάδα είναι το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων της Άγκυρας. Υπολογίζεται ότι η Άγκυρα διαθέτει σήμερα 800 περίπου βαλλιστικούς πυραύλους, με κορωνίδα τον πύραυλο Ταϋφούν, με βεληνεκές που καλύπτει ολόκληρο το εθνικό έδαφος και με υψηλή ταχύτητα, που καθιστά δύσκολη την αναχαίτισή του.

Στην Αμυντική Έκθεση της Κωνσταντινουπόλεως, που βρίσκεται σε εξέλιξη, η Άγκυρα παρουσίασε έναν νέο πύραυλο, τον Γιλντιρίμ Κχαν, με διηπειρωτικό βεληνεκές 6.000 χλμ. και υπερ-υπερηχητικά χαρακτηριστικά. Ο πύραυλος είναι ακόμη μακέτα. Αποκαλύπτει όμως τις φιλοδοξίες και τους στόχους της Άγκυρας, που δεν αποκλείουν την απόκτηση πυρηνικών όπλων.

Η Ελλάδα, έστω και πολύ καθυστερημένα, αφυπνίσθηκε επιτέλους και είδε τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύουν γι’ αυτήν οι Τουρκικοί εξοπλισμοί. Η αλλαγή επίσης των γεωπολιτικών συνθηκών στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή την ώθησαν να αναζητήσει στρατηγικές συμμαχίες για την ανάσχεση της Τουρκικής απειλής. Οι εξοπλισμοί στους οποίους επιδίδεται τώρα η Ελλάδα, το ανανεωμένο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας, σε συνδυασμό με τη συγκυρία της κοινής Ευρωπαϊκής άμυνας, οι στρατηγικές συμμαχίες, ιδίως με τη Γαλλία και το Ισραήλ, τα προγράμματα αμυντικής καινοτομίας, η αναβίωση του δόγματος για ενιαία άμυνα Ελλάδος και Κύπρου είναι βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση.

Χρειάζονται όμως μεγαλύτερη ακόμη επιτάχυνση και στοχευμένες πρωτοβουλίες για την περαιτέρω ενίσχυση του αμυντικού δυναμικού και της αμυντικής βιομηχανίας. Κοντά στην ιδιωτική πρωτοβουλία, χρειάζονται και πρωτοβουλίες του κράτους, που μπορούν να καλύψουν πιο απαιτητικούς τομείς. Η Ελλάδα χρειάζεται κατεπειγόντως προμήθεια βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς και δημιουργία κέντρου Ερευνών και Αναπτύξεως βαλλιστικών πυραύλων, που μπορεί να αρχίσει, σε πρώτη φάση, με συμπαραγωγές.

Η διεθνής αναστάτωση που προκαλείται από παρατεταμένους πολέμους, που οδηγούν σε ανακατανομή ισχύος, ενθαρρύνει ηγέτες, όπως ο Ταγίπ Ερντογάν, και χώρες, όπως η Τουρκία, να προβάλουν φιλοδοξίες και διεκδικήσεις που θεωρούν αναγκαίες για την επιδιωκόμενη ηγεμονία τους. Η Ελλάδα πρέπει, με το αμυντικό δυναμικό της, την αγωνιστική θέληση και τις στρατηγικές συμμαχίες της, να είναι σε θέση να προβάλει αξιόπιστη αποτροπή και να προασπίσει τον εθνικό της χώρο και τα εθνικά της δικαιώματα, που απορρέουν από το διεθνές θαλάσσιο δίκαιο. Η αξιόπιστη αποτροπή είναι και ο μόνος τρόπος για να διασφαλισθεί η ειρήνη.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ