
Κ.Α. Γαυδιώτης στο “Π”: ΕΥΠ-Gate μετά την πρωτόδικη καταδίκη
–Όταν η «αναψηλάφηση» γίνεται μονόδρομος
Του
Ειδικού Συνεργάτη
Κ.Α. Γαυδιώτη
Η πρωτόδικη καταδίκη για το σκάνδαλο ΕΥΠ / «Predator», όσο σημαντική κι αν είναι, δεν κλείνει τον φάκελο. Τον ανοίγει ξανά, πιο δύσκολα και πιο επικίνδυνα. Και αυτό είναι το πραγματικό της πολιτικό νόημα. Η κοινωνία δεν ζητά απλώς να τιμωρηθούν τέσσερις επιχειρηματίες κατηγορούμενοι. Ζητά να μάθει ποιος χρησιμοποίησε το εργαλείο, ποιος ωφελήθηκε, ποιος κάλυψε, ποιος αδιαφόρησε και, κυρίως, ποιος έδωσε το σήμα ότι αυτό επιτρέπεται.
Η δίκη έδειξε κάτι που πολλοί προσπαθούσαν να θολώσουν. Το «Predator» δεν είναι μια ακόμη υπόθεση παραβίασης δεδομένων. Είναι εργαλείο ισχύος. Όταν ένα τέτοιο εργαλείο λειτουργεί σε μια χώρα και πιάνει στόχους που ακουμπούν την πολιτική ζωή, τη Δικαιοσύνη, την Άμυνα, τη δημοσιογραφία, ακόμη και το εσωτερικό της ίδιας της ΕΥΠ, τότε δεν μιλάμε για ιδιωτική παραβατικότητα. Μιλάμε για ρήγμα στο κράτος δικαίου. Και κάθε ρήγμα, αν δεν επισκευαστεί θεσμικά, γίνεται κανόνας.
Γι’ αυτό, η επόμενη μέρα είναι σκληρή για την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Όχι επειδή κατηγορείται ποινικά στη συγκεκριμένη δίκη, αλλά επειδή οι πολιτικές ευθύνες δεν εξαφανίζονται στο ποινικό εδώλιο. Η εποπτεία της ΕΥΠ μεταφέρθηκε πολιτικά στην κορυφή. Η επιλογή αυτή, από τη στιγμή που έγινε, σήμαινε ένα πράγμα. Ότι η κορυφή δεν μπορεί να εμφανίζεται ως αθώος παρατηρητής, όταν το σύστημα υποκλοπών ξεφεύγει. Σε μια ώριμη δημοκρατία, η ανάληψη εξουσίας συνεπάγεται και ανάληψη ευθύνης, ακόμη και όταν δεν υπάρχει ποινική καταδίκη πολιτικών προσώπων.
Το ίδιο ισχύει και για τη διοίκηση της ΕΥΠ. Υπάρχουν υπηρεσίες που δικαιολογημένα λειτουργούν με μυστικότητα. Δεν υπάρχει, όμως, καμία δημοκρατία όπου η μυστικότητα είναι άδεια για αδιαφάνεια. Όταν μια υπηρεσία πληροφοριών εμφανίζεται να μην μπορεί ή να μη θέλει να εξηγήσει πειστικά πώς λειτούργησε ένα οικοσύστημα spyware δίπλα της, τότε η σιωπή παύει να είναι επιχειρησιακή ανάγκη. Γίνεται πολιτικό πρόβλημα και θεσμική αποτυχία.
Ακόμη πιο βαριά σκιά ρίχνει ο τρόπος που επιχειρήθηκε να κλείσει το ζήτημα στο παρελθόν, με πορίσματα και αρχειοθετήσεις που έδωσαν στο σύστημα ένα επικοινωνιακό σωσίβιο. Όταν η Δικαιοσύνη ή τμήματα της κορυφής της εμφανίζονται να κόβουν την έρευνα εκεί που αρχίζει να πονάει, δεν προστατεύουν τους θεσμούς, τους τραυματίζουν. Γιατί το μήνυμα που περνάει στον πολίτη είναι απλό: Άλλος νόμος για τους αδύναμους, άλλη ασυλία για τους ισχυρούς. Και αυτό σε ζητήματα παρακολούθησης είναι δηλητήριο.
Εδώ έρχεται και το πιο εκρηκτικό στοιχείο που κυκλοφορεί τις τελευταίες μέρες, ανεξάρτητα από το αν κάποιος το πιστεύει ή όχι. Ότι ο βασικός άνθρωπος του «Predator» αφήνει να εννοηθεί πως, αν δεν διευκολυνθεί η αθώωσή του στο Εφετείο, θα βγάλει στοιχεία που θα εκθέσουν κυβέρνηση και ΕΥΠ. Αν κάτι τέτοιο λέγεται, έχουμε δύο ταυτόχρονα προβλήματα.
Το πρώτο είναι αυτονόητο. Αν ένας κατηγορούμενος υπονοεί ανταλλάγματα για δικαστική έκβαση, αυτό αγγίζει τα όρια εκβιασμού. Και εδώ η Ελληνική Πολιτεία δεν έχει περιθώριο για γκρι ζώνες. Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να δώσει την παραμικρή εικόνα ότι συνομιλεί με υπαινιγμούς, ότι μετράει απειλές, ότι υποχωρεί σε πίεση. Αντίθετα, οφείλει να λειτουργήσει ψυχρά, θεσμικά, χωρίς θόρυβο και χωρίς πολιτικές τηλεφωνικές σκιές.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι πιο βαθύ και γι’ αυτό πιο επικίνδυνο. Ο ίδιος ο ισχυρισμός δείχνει κάτι που η κυβέρνηση θέλει να ξεχαστεί. Τέτοιου τύπου εργαλεία δεν είναι κανονικό προϊόν. Οι εταιρείες που τα διακινούν συνήθως ισχυρίζονται ότι τα δίνουν μόνο σε κρατικούς πελάτες ή σε κρατικούς οργανισμούς. Αν αυτό ισχύει, τότε το ερώτημα «ποιος αγόρασε ή αξιοποίησε το ‘‘Predator’’;» δεν μπορεί να σταματήσει σε ιδιώτες. Πηγαίνει αναγκαστικά προς το κράτος, προς υπηρεσίες, προς πρόσωπα με πρόσβαση σε κρατική ισχύ. Με απλά λόγια, ακόμη και αν ο υπαινιγμός του κατηγορούμενου είναι μπλόφα, αποκαλύπτει το πεδίο. Μιλάμε για μηχανισμό που, χωρίς κρατικό περιβάλλον, ανοχή ή συνέργεια, δύσκολα αναπτύσσεται και επιβιώνει.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, υπάρχει και μια άλλη πλευρά, βρώμικη και συχνά αποσιωπημένη. Οι άνθρωποι της ΕΥΠ που πλήρωσαν χωρίς να φταίνε. Οι 78 αναγκαστικές μετατάξεις δεν είναι απλό υπηρεσιακό επεισόδιο. Όταν μετακινούνται μαζικά στελέχη, ανάμεσά τους προϊστάμενοι και συνδικαλιστικά στελέχη, σε περίοδο που η υπηρεσία βρίσκεται σε κρίση και το σκάνδαλο βράζει, η κοινωνία δικαιούται να υποψιάζεται αντίποινα. Και όταν επιπλέον προκύπτει ότι κάποιοι από αυτούς είχαν στοχοποιηθεί και από παρακολούθηση, η υποψία γίνεται κραυγή για έλεγχο. Η δημοκρατία δεν αντέχει υπηρεσίες όπου η αντίρρηση ισοδυναμεί με εξορία.
Το στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς να επιβεβαιωθεί η πρωτόδικη απόφαση στο Εφετείο. Είναι να μη γίνει το Εφετείο το σημείο όπου η χώρα θα πιστέψει ότι κάποιος μίλησε με κάποιον. Αν μετά από τόσα στοιχεία προκύψει ξαφνικά μια αθώωση που δεν πείθει, δεν θα πρόκειται μόνο για νομική διαφωνία. Θα είναι κρίση νομιμοποίησης. Και όταν η κοινωνία αρχίζει να πιστεύει ότι οι δικαστικές αποφάσεις καθορίζονται από πολιτική ισχύ ή από εκβιασμούς τρίτων, τότε δεν μιλάμε για σκάνδαλο. Μιλάμε για κατάρρευση εμπιστοσύνης.
Η «αναψηλάφηση», που ανοίγει τώρα, δεν πρέπει να είναι άλλο ένα επεισόδιο επικοινωνίας. Πρέπει να είναι θεσμική επιχείρηση αλήθειας. Να φτάσει στους εντολείς, να ελέγξει διαδρομές χρήματος, εταιρικά σχήματα, επαφές, διασυνδέσεις, διοικητικές αποφάσεις, υπηρεσιακές μετακινήσεις. Να προστατεύσει μάρτυρες, να αποκαταστήσει όσους στοχοποιήθηκαν, να κλείσει τα κενά ελέγχου. Και να στείλει ένα καθαρό μήνυμα. Στην Ελλάδα του 2026, η παρακολούθηση δεν μπορεί να είναι εργαλείο πολιτικής επιβίωσης.
Αυτό θα ήταν πραγματική νίκη της δημοκρατίας. Όλα τα άλλα είναι απλώς αναβολή του επόμενου σκανδάλου.