Ιταμό Τουρκικό σχέδιο για αρπαγή του μισού Αιγαίου και της Ελληνικής ΑΟΖ

Ιταμό Τουρκικό σχέδιο για αρπαγή του μισού Αιγαίου και της Ελληνικής ΑΟΖ


Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.


H απόφαση της Ελληνικής κυβέρνησης να αποσύρει τους πυραύλους Πάτριοτ από την Κάρπαθο και το Διδυμότειχο, την ίδια στιγμή που εκδηλώνεται, απροκάλυπτα, μακροπρόθεσμο Τουρκικό σχέδιο για αρπαγή του μισού Αιγαίου πέρα από τον 25ο μεσημβρινό και της Ελληνικής ΑΟΖ είναι μια πολύ λάθος κίνηση. Ερμηνεύεται από την Τουρκική πλευρά ως μια σπονδή στη γνωστή κατευναστική πολιτική που ακολουθεί, δυστυχώς, από χρόνια η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Η τελευταία προβάλλει ως δικαιολογία επιχειρησιακούς δήθεν λόγους, μεταθέτοντας την ευθύνη στο ΓΕΕΘΑ και υποστηρίζοντας ότι η απομάκρυνση των πυραύλων Πάτριοτ από την Κάρπαθο αντισταθμίζεται από ζεύγος αεροσκαφών Μιράζ 2000-5, τα οποία θα αναπτυχθούν στο νησί.

Το επιχείρημα είναι διάτρητο, γιατί δεν υπάρχουν σήμερα οι αναγκαίες υποδομές στο νησί για την υποστήριξη μαχητικών αεροσκαφών. Το πλεονέκτημα θα ήταν μόνο η εφαρμογή για τη δημιουργία τέτοιων υποδομών, εάν υπάρχει, πράγματι, σχεδιασμός για κάτι τέτοιο. Πλεονέκτημα θα ήταν επίσης η χρήση του νησιού για στρατιωτικούς αμυντικούς σκοπούς, ανεξάρτητα από το είδος των όπλων τα οποία αναπτύσσονται σ’ αυτό.

Η Τουρκία χρησιμοποιεί την καταγγελλόμενη «παραβίαση» του αποστρατιωτικοποιημένου καθεστώτος της Καρπάθου και των άλλων νησιών της Δωδεκανήσου για να παρουσιάσει την Ελλάδα ως δήθεν αδικοπραγούσα και τα δικά της αρπακτικά σχέδια ως δήθεν «απάντηση» στην Ελληνική «μονομερή» πολιτική. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να ισχυρίζεται ότι η παραβίαση του αποστρατιωτικοποιημένου καθεστώτος συνεπάγεται την αμφισβήτηση της Ελληνικής κυριαρχίας των νησιών.

Η Τουρκική στρεψοδικία είναι γνωστή. Η Άγκυρα παρουσιάζεται συστηματικά ως θύμα, την ίδια ώρα που απεργάζεται σχέδια για αμφισβήτηση και αρπαγή Ελληνικού εθνικού χώρου και Ελληνικών εθνικών δικαιωμάτων που απορρέουν από το διεθνές θαλάσσιο δίκαιο. Όταν η ίδια διεκδικεί απροκάλυπτα 152 νησιά στο Αιγαίο, καταγγέλλει την Ελλάδα ότι παραβιάζει το καθεστώς αποστρατιωτικοποιήσεως, ως η Ελλάδα να μην έχει δικαίωμα αυτοάμυνας, με βάση το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Η αναθεωρητική και επιθετική Τουρκική πολιτική επί ηγεσίας Ερ­ντογάν δεν είναι νέα. Ο Τούρκος ηγέτης εκτιμά σήμερα ότι πρέπει να επιταχυνθεί η πολιτική αυτή για γεωπολιτικούς και προσωπικούς λόγους. Οι γεωπολιτικοί συνδέονται με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η εξέλιξη των πραγμάτων θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερη για την Ά­γκυρα, αν οι Αμερικανοί και το Ισραήλ ενεργοποιούσαν στον πόλεμο του Ιράν τον Κουρδικό παράγοντα. Ευτυχώς για την ίδια, τα πράγματα δεν πήραν αυτήν την τροπή.

Η αντίσταση επίσης και η αντοχή του Ιράν περιόρισαν για την Άγκυρα και άλλες δυσμενείς συνέπειες. Με αφορμή, όμως, το Ιράν, η Τουρκία ανεδύθη, λόγω της πολιτικής της, σε προοπτική ενός άλλου Ιράν, με ό,τι αυτό σημαίνει για τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και το Ισραήλ. Η Τουρκία προσπαθεί να διαψεύσει και να συγκαλύψει αυτό το σενάριο, προστρέχοντας στο ΝΑΤΟ και ζητώ­ντας την αντιπυραυλική της κάλυψη από την υποτιθέμενη Ιρανική επιθετικότητα εναντίον της.

Η πραγματικότητα, όμως, για όσους θέλουν να διαβάζουν τα γεγονότα χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες και αυταπάτες είναι ότι η Άγκυρα λουφάζει στον πόλεμο του Ιράν, αλλά επιταχύνει τον σχεδιασμό της για να κατακτήσει μια θέση περιφερειακής και, σε προοπτική, παγκόσμιας δυνάμεως.

Οι πυλώνες της πολιτικής αυτής είναι η ιδεολογία του Ισλάμ, που επιτρέπει στην Άγκυρα να παρουσιάζεται ως πρόμαχος και υπερασπιστής των Μουσουλμάνων. Είναι ο παντουρκισμός με τον οποίον επιχειρεί να διεισδύσει στην Κεντρική Ασία και να αναπτύξει επιρροή σε Τουρκόφωνα κράτη, που ήταν παλαιότερα μέρος της Σοβιετικής Ενώσεως. Στο πνεύμα αυτό δημιούργησε «Ένωση Τουρκικών Κρατών» και προωθεί προγράμματα Τουρκικής γλώσσας και Πολιτισμού και προγράμματα οικονομικής συνεργασίας. Είναι, κατά τρίτο λόγο, η ανάπτυξη ισχυρής και αυτόνομης πολεμικής βιομηχανίας. Αυτή επιτρέπει στην Άγκυρα όχι μόνο να ασκεί επιρροή με πωλήσεις όπλων, αλλά να ενισχύει την εθνική της ανεξαρτησία και αμυντική αυτονομία και να χρησιμοποιεί την πολεμική βιομηχανία για άλματα στην ανάπτυξη της βιομηχανίας, της τεχνολογίας, της καινοτομίας και γενικά της οικονομίας.

Είναι, κατά τέταρτο λόγο, οι επιδιωκόμενες σχέσεις με την Ευρώπη, πέρα από τις σχέσεις με το ΝΑΤΟ. Χρησιμοποιεί τη θέση της στο τελευταίο για να ενισχύει τις σχέσεις της με την Ευρώπη, τόσο στο επίπεδο των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή άμυνα όσο και σε διμερές επίπεδο. Δεν θέλει σε καμία περίπτωση να μείνει ε­κτός οποιασδήποτε Ευρωπαϊκής κοινής άμυνας, παρά το γεγονός ότι δεν είναι χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Υπολογίζει σ’ αυτό στη στάση διαφόρων Ευρωπαϊκών χωρών, της Ι­σπανίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Πολωνίας και των Βαλτικών κρατών, των Σκανδιναβικών κρατών, που για λόγους κυρίως αντι-Ρωσικής πολιτικής, αλλά και για άλλους λόγους, πιστεύουν ότι πρέπει η Τουρκία να συμμετέχει, κατά έναν τρόπο, στην Ευρωπαϊκή Άμυνα. Στις χώρες αυτές προστίθεται και η Μ. Βρετανία, που είναι εκτός ΕΕ.

Η Άγκυρα υπολογίζει επίσης στην ανάπτυξη συνεργασιών της δικής της πολεμικής βιομηχανίας με Ευρωπαϊκούς αμυντικούς κολοσσούς που άγονται από τα δικά τους συμφέροντα. Στο πνεύμα αυτό, η Άγκυρα κατόρθωσε να επιτύχει συνεργασία με μεγάλες αμυντικές εταιρείες της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Γερμανίας, της Αγγλίας και εσχάτως της Γαλλίας (συμφωνία συνεργασίας μεταξύ Baykar και Safran).

Η Άγκυρα γνωρίζει τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν οι ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, λόγω δικών τους στρατηγικών συμφερόντων αλλά και λόγω της γνωστής Αμερικανικής πολιτικής, που θεωρεί την ασφάλεια του Ισραήλ ως ύψιστο στρατηγικό συμφέρον και των ΗΠΑ. Επιδιώκει γι’ αυτό, χρησιμοποιώντας την ιδιότητα της χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ, να διασφαλίσει προνομιακές σχέσεις με τις ΗΠΑ, προσφέροντας διαιτησίες και διαμεσολαβήσεις προς κάθε κατεύθυνση και επιδιώκοντας ιδιαίτερα να εξασφαλίσει την υποστήριξη των ΗΠΑ στους ενεργειακούς της σχεδιασμούς.

Γνωρίζει ότι η εχθρική της στάση απέναντι στο Ισραήλ και η υποστήριξη που παρέχει στη Χαμάς δεν αφήνουν πολλά περιθώρια στις ΗΠΑ γι’ αναγνώριση σ’ αυτήν ενός ευρύτερου στρατηγικού ρόλου υπέρ των Δυτικών συμφερόντων. Ούτως ή άλλως, δεν ενδιαφέρεται και η ίδια για έναν παρωχημένο ρόλο που θα τη δέσμευε στις αυτόνομες σχέσεις της με την Κίνα, τη Ρωσία και άλλες χώρες. Δεν θέλει όμως να έρθει και σε πρόωρη ρήξη με τις ΗΠΑ και τη Δύση, που θα της δημιουργούσαν άλλου είδους εμπόδια και κινδύνους.

Στο γενικό αυτό πλαίσιο, η Ά­γκυρα βλέπει την προώθησή της προς την κατεύθυνση της Ελλάδος και της Κύπρου ως πιο επείγουσα και λιγότερο επικίνδυνη. Ως πιο επείγουσα γιατί θέλει να προλάβει τους Ελληνικούς εξοπλισμούς και την πλήρη ανάπτυξη της στρατηγικής σχέσεως με το Ισραήλ, που αλλάζει τα δεδομένα στη στρατηγική ισορροπία μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Ως λιγότερο επικίνδυνη γιατί προσδίδεται σ’ αυτήν ένας υβριδικός χαρακτήρας, που επιτρέπει τετελεσμένα γεγονότα, βήμα βήμα, και ανακοπές σε περίπτωση κινδύνου.

Ο Ερντογάν έχει ίσως και έναν προσωπικό λόγο να επιζητεί την επιτάχυνση στην προώθηση των διεκδικήσεων στο Αιγαίο, στην Κύπρο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Επιθυμεί να ολοκληρώσει το έργο του και ίσως να θεωρεί ως αναγκαίο γι’ αυτό μια τρίτη Προεδρική θητεία. Για να το επιταχύνει, χρειάζεται μια εθνική κρίση ως πρόσχημα για πρόωρες εκλογές. Σε μια τέτοια περίπτωση, η νέα θητεία θα μετρούσε ως δεύτερη και όχι ως τρίτη και επιτρέπεται από το σύνταγμα.

Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα είναι αντιμέτωπη με μια πρόκληση που αφορά την ακεραιότητα του εθνικού της εδάφους και τα εθνικά δικαιώματά της που απορρέουν από το διεθνές θαλάσσιο δίκαιο. Μόνη ορθολογιστική και πρέπουσα λύση είναι η άσκηση, επιτέλους, των δικαιωμάτων της, εφόσον μάλιστα το διεθνές θαλάσσιο δίκαιο είναι αναπόσπαστο μέρος του Ευρωπαϊκού κεκτημένου.

Στο πνεύμα αυτό, η Ελλάδα οφείλει να κηρύξει εθνική κινητοποίηση και ετοιμότητα σε όλους τους τομείς. Αυτό δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση, που φέρει την κύρια ευθύνη. Αφορά επίσης τα κόμματα και όλες τις πολιτικές δυνάμεις. Απέναντι στην Τουρκική ιταμότητα, η Ελλάδα πρέπει να προβάλει ένα νέο ΟΧΙ και τη θέληση για μια νέα αντίσταση στο θράσος και στην υπεροψία.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ