Η συμφωνία στη Μέση Ανατολή, τα ελληνοτουρκικά και η Ευρωπαϊκή Άμυνα

Η συμφωνία στη Μέση Ανατολή, τα ελληνοτουρκικά και η Ευρωπαϊκή Άμυνα


Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.


Η συμφωνία που επετεύχθη στη Μ. Ανατολή, με πρωταγωνιστή τον Αμερικανό Πρόεδρο Τραμπ, είναι μια ιστορική συμφωνία, με όσες επιφυλάξεις και σκεπτικισμό και αν την αντιμετωπίζει κανείς. Εμπλέκει όλους σχεδόν τους κύριους παράγοντες που έχουν ενδιαφέρον και ασκούν επιρροή στο Μεσανατολικό και διανοίγει ταυτόχρονα μια νέα προοπτική για ολόκληρη την περιοχή.

Ο πιο αστάθμητος παράγων είναι, προφανώς, οι Παλαιστίνιοι της Γάζας, για τους οποίους προβλέπεται από τη συμφωνία απαλλαγή από την Χαμάς και μεταβατική διακυβέρνηση υπό διεθνή έ­λεγχο. Από την πρώτη στιγμή, η Χαμάς έδωσε δείγματα ότι δεν είναι και τόσο πρόθυμη να αυτοκαταργηθεί και να παραιτηθεί από την εξουσία που ασκεί επί των Παλαιστινίων της Γάζας. Αντιθέτως, ανεζήτησε αμέσως υποτιθέμενους συνεργάτες του Ισραήλ και τους εξετέλεσε, σε μια προσπάθεια να επιδείξει πυγμή να καταστείλει άλλες φωνές και να διατηρήσει τον έλεγχό της.
Το νεότερο στοιχείο στη σημερινή συμφωνία είναι η απομόνωση της Χαμάς από τους εξωτερικούς της συμμάχους, πέραν, βεβαίως, και των πληγμάτων που έχει δεχθεί από την Ισραηλινή επέμβαση. Εάν δεν συμμορφωθεί με τους όρους της συμφωνίας, είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει αντίδραση και νέα επέμβαση του Ισραήλ με πλήρη υποστήριξη των ΗΠΑ.

Η προβλεπόμενη μεταβατική διοίκηση της Γάζας υπό διεθνή έλεγχο θα είναι πενταετής, εκτός και αν η διάρκειά της τροποποιηθεί με νέες συνεννοήσεις μεταξύ των άμεσα ενδιαφερομένων. Προβλέπεται, κατά το διάστημα αυτό, να προωθηθούν τα άμεσα θέματα των ανθρωπιστικών ανα­γκών και της ανοικοδομήσεως, με αναπτυξιακή προοπτική την ιδέα Τραμπ για μετατροπή της Γάζας σε ριβιέρα, υποστηριζόμενη από έναν βιομηχανικό τομέα στα μετόπισθεν. Εκτιμάται ότι οι αναπτυξιακές αυτές προοπτικές που θα χρηματοδοτηθούν ως μέρος της α­νοικοδομήσεως θα δώσουν λύση στο πρόβλημα της απασχολήσεως του πληθυσμού.

Τη διοίκηση της περιοχής θα ασκήσει, κατά τα όσα έχουν συμφωνηθεί, 15μελής Επιτροπή Παλαιστινίων τεχνοκρατών. Η περίπτωση να αναλάβει ως επικεφαλής της Προσωρινής Διοικήσεως ο πρώην Βρετανός πρωθυπουργός Μπλερ συναντά μεγάλες δυσκολίες, λόγω του ρόλου που έχει διαδραματίσει στην επέμβαση στο Ιράκ.

Το πρόβλημα, πάντως, της πολιτικής εκπροσωπήσεως των Παλαιστινίων της Γάζας παραμένει ακέραιο και είναι ίσως το πιο προβληματικό και επισφαλές σημείο της συμφωνίας. Σημειώνεται, άλλωστε, το γεγονός που επισήμανε και ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ, ότι δεν γίνεται στη συμφωνία κανένας λόγος για τη Δυτική Όχθη, παρά τις υποτιθέμενες εγγυήσεις που δόθηκαν στην Αραβική πλευρά ότι δεν θα γίνουν νέες προσαρτήσεις εδαφών, νέοι εποικισμοί και εκδιώξεις Παλαιστινιακού πληθυσμού από τα κατεχόμενα εδάφη.

Η προοπτική δημιουργίας Παλαιστινιακού κράτους, υπό τις συνθήκες αυτές, παραπέμπεται στο άδηλο μέλλον, παρά την πανηγυρική αναγνώριση Παλαιστινιακού κράτους και από μεγάλες Ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία, η Μ. Βρετανία, η Ισπανία. Αντιθέτως, υπάρχει φόβος μεταναστεύσεως σημαντικού μέρους του πληθυσμού της Γάζας κατά τη μεταβατική περίοδο, όταν δεν θα υπάρχει ισχυρός πολιτικός έλεγχος για την αποτροπή της και η μετανάστευση θα γίνεται σεβαστή ως ανθρώπινο δικαίωμα.

Τι σημαίνει η συμφωνία στο Μεσανατολικό για την Ελλάδα – Κύπρο και την Τουρκία; Προφανώς, η Τουρκία αναβαθμίσθηκε με την άμεση εμπλοκή της ως μεσολαβήτριας και εγγυήτριας δυνάμεως. Η παρουσία της όμως έχει απέναντι στις ΗΠΑ και έναν ρόλο εγγυήσεως της συμφωνίας και συνεργασίας για την εφαρμογή της. Η Τουρκία κερδίζει γεωπολιτικά και διπλωματικά. Βελτιώνει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ. Η νέα όμως κατάσταση στη Μ. Ανατολή δεν την καθησυχάζει, εφόσον τα δικά της ειδικότερα θέματα, όπως είναι η Συρία και το Κουρδικό, παραμένουν ανοικτά. Ανοικτά παραμένουν επίσης τα θέματα με την Ελλάδα και την Κύπρο, που συνδέονται με τον ηγεμονικό ρόλο που διεκδικεί στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ελλάδα και Κύπρος, προς μεγάλη απογοήτευση της Άγκυρας, προσκλήθηκαν στο Σαρμ Ελ Σεΐχ. Η πρόσκλησή τους από τον οικοδεσπότη της διεθνούς διασκέψεως Αιγύπτιο Πρόεδρο Σίσι, με τη σύμφωνη γνώμη του Αμερικανού Προέδρου, είναι μια σαφής ένδειξη της γεωπολιτικής σημασίας που έχουν η Ελλάδα και η Κύπρος στη Ανατολική Μεσόγειο τόσο για την Αίγυπτο όσο και για το Ισραήλ και τις ΗΠΑ.

Η κρίση στη Γάζα και οι ανησυχίες που προκάλεσε στην Αίγυπτο ήταν ένας σοβαρός λόγος για την Αιγυπτιο-Τουρκική προσέγγιση. Εάν τα πράγματα εξελιχθούν ομαλά στη Γάζα, χωρίς μεγάλα προβλήματα, η προσέγγιση αυτή πιθανότατα θα ατονήσει.

Το πρόβλημα με την Ελλάδα και την Κύπρο είναι η ορθότητα και η αξιοπιστία της πολιτικής τους. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η πολιτική του κατευνασμού, που εγκαινιάσθηκε επισήμως με την Διακήρυξη των Αθηνών, είναι ολέθρια και αυτοκαταστροφική. Είναι δυνατόν να αποδέχεσαι το «ξέπλυμα» διεθνώς της Τουρκικής επιθετικότητας, με διακηρύξεις που αντιφάσκουν με την πραγματικότητα και τις κλιμακούμενες Τουρκικές διεκδικήσεις; Είναι δυνατόν να απεμπολείς σιωπηρά τα δικαιώματα που σου αναγνωρίζει το διεθνές θαλάσσιο δίκαιο και να εγκλωβίζεσαι στα 6 μίλια των χωρικών υδάτων; Αφήνεις, με τον τρόπο αυτό, ανοικτή, ως διεθνή θάλασσα, όλη την άλλη θαλάσσια περιοχή, στην οποία προβάλλει απροκάλυπτα η Άγκυρα θεωρίες για «δίκαιη» δήθεν «μοιρασιά» συνεκμετάλλευσης και «Γαλάζια Πατρίδα».

Το χειρότερο δεν είναι μόνο οι διεκδικήσεις. Είναι και οι συναφείς προσπάθειες δημιουργίας τετελεσμένων γεγονότων, στις οποίες δεν υπάρχει ανάλογη πρακτική Ελληνική αντίδραση. Ένα παράδειγμα είναι η πόντιση του καλωδίου για την ηλεκτρική διασύνδεση Ισραήλ – Κύπρου – Ελλάδος. Ένα άλλο είναι οι πρόσφατες προκλήσεις του «Πίρι Ρέις». Η παθητική στάση της Ελλάδος δικαιολογήθηκε με το επιχείρημα ότι το «Πίρι Ρέις» δεν έχει τις δυνατότητες για έρευνες στον βυθό που θα αφορούσαν την Ελληνική υφαλοκρηπίδα. Δεν γνωρίζει όμως ο υπουργός Εξωτερικών ότι, εκτός από την υφαλοκρηπίδα, υπάρχει και η ΑΟΖ, που αφορά την αλιεία και τα επιφανειακά ύδατα; Η απαράδεκτη αυτή στάση της Ελληνικής κυβερνήσεως υπονομεύει ευθέως τη θέση της Ελλάδος στο Ανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο και την αξιοπιστία της χώρας έναντι τρίτων χωρών που επιδιώκουν τη στρατηγική συμμαχία της, όπως κατά πρώτο λόγο το Ισραήλ και η Αίγυπτος.

Ένα άλλο καίριο ζήτημα που αφορά την άμυνα της χώρας είναι η ανεδαφική προσέγγιση του θέματος της Ευρωπαϊκής άμυνας, που ταυτίζεται με την αντι-Ρωσική υστερία και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Είναι πλέον επίσημο ότι η Γερμανία, ως εκπρόσωπος όλου του σφόδρα αντι-Ρωσικού μπλοκ των κρατών-μελών της ΕΕ της Βορείου Ευρώπης ετοιμάζεται να έρθει στην Ελλάδα για να ασκήσει πιέσεις στην Αθήνα να άρει τις αντιρρήσεις της για τη συμμετοχή της Τουρκίας στο εξοπλιστικό πρόγραμμα «SAFE». Θα υποστηρίξει προσχηματικά ότι η συμμετοχή της θα είναι υπό τον όρο ότι δεν θα χρησιμοποιήσει κατά άλλης χώρας του ΝΑΤΟ είτε τα Eurofighter που θα αγοράσει είτε τα άλλα όπλα που θα κατασκευάσει ή θα προμηθευθεί με τη βοήθεια του προγράμματος «SAFE».

Προφανώς, η θέση της Ελλάδος θα πρέπει να είναι αρνητική για εξόφθαλμους λόγους. Αναμένουμε όμως να δούμε τι θα πράξει η κυβέρνηση και τι συμπεράσματα θα βγάλει από αυτού του είδους την υποτιθέμενη κοινή Ευρωπαϊκή Άμυνα.

Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, το κύριο θέμα είναι ο συνεχιζόμενος εγκλωβισμός της στην πολιτική της λεγόμενης διζωνικής ομοσπονδίας, με πολιτική ισότητα, που υποκρύπτει τον κίνδυνο καταλύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπό το πρόσχημα μιας δήθεν «λύσεως» και της υπαγωγής ολόκληρης της Κύπρου σε τουρκικό γεωπολιτικό έλεγχο.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Φωτό: EUROKINISSI