
Η «παγωμένη σύγκρουση» στο Ορμούζ, μεγαλύτερος κίνδυνος για την παγκόσμια οικονομία
–ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΕ ΠΟΛΕΜΟΣ ΟΥΤΕ ΕΙΡΗΝΗ, ΑΛΛΑ ΜΙΑ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΦΘΟΡΑΣ, ΠΟΥ ΘΑ ΔΙΑΙΩΝΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ
Σε ένα επώδυνο αδιέξοδο, με μεγάλο θύμα την παγκόσμια οικονομία, έχει οδηγηθεί ο πόλεμος στο Ιράν, καθώς και οι δύο πλευρές, Τεχεράνη και Ουάσινγκτον, αισθάνονται ένα βήμα πριν από τη «νίκη» τους, και αυτό φυσικά περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια συμβιβασμών.
O Πρόεδρος Τραμπ, ακολουθώντας μια αλλοπρόσαλλη τακτική, υποχρεώθηκε δύο ημέρες μετά την ανακοίνωση της επιχείρησης «Ελευθερία», με την οποία υποτίθεται ότι θα δινόταν διέξοδος, με τη στήριξη του Αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, για την έξοδο των σχεδόν 1.000 πλοίων που είναι εγκλωβισμένα στον Περσικό, να δηλώσει ότι η επιχείρηση σταματά, με πρόσχημα τη διευκόλυνση των συνομιλιών για συμφωνία.
Και οι διαρροές επιβεβαιώθηκαν τελικά για μια πρόταση 14 σημείων, την οποία είχαν παρουσιάσει οι πακιστανοί μεσολαβητές στο Ιράν, με τον αμερικανό Πρόεδρο να αναμένει την απάντηση και να απειλεί και πάλι ότι, εάν δεν γίνει αποδεκτή, τότε θα εξαφανίσει το Ιράν… Σύμφωνα με τις διαρροές, θα προηγηθεί μια ενδιάμεση συμφωνία για το άνοιγμα των Στενών και κατάπαυση του πυρός και, μετά, συνομιλίες 30 ημερών για τελική συμφωνία, η οποία θα συμπεριλάβει και όλα τα μεγάλα αγκάθια, με μεγαλύτερο εκείνο των πυρηνικών…
Η πραγματικότητα είναι ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επιστρατεύσει τους τελευταίους δύο μήνες κάθε τακτική προκειμένου να κάμψει τους Ιρανούς, χωρίς αποτέλεσμα. Απειλές στην αρχή, η μεγαλύτερη αεροπορική επιχείρηση, με χιλιάδες ρίψεις βομβών και πυραύλων, επιβολή ναυτικού αποκλεισμού για να κάμψει οικονομικά την Τεχεράνη, κατόπιν η επιχείρηση για το σπάσιμο του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ από την Τεχεράνη, και όλα αυτά χωρίς να έχει πετύχει ούτε κατ’ ελάχιστον τους στόχους που είχαν τεθεί για αυτόν τον πόλεμο.
Οι Ιρανοί αισθάνονται βεβαίως ικανοποιημένοι και επαίρονται, καθώς κατόρθωσαν να βγουν αλώβητοι, έστω και με μεγάλες απώλειες, ύστερα από μια γιγαντιαία αεροπορική επιχείρηση εναντίον της χώρας. Το καθεστώς παραμένει ακόμη στη θέση του, το βαλλιστικό πρόγραμμα φαίνεται ότι συνεχίζεται κανονικά, και μάλιστα αντικαθίστανται τα αποθέματα που ξοδεύτηκαν στη διάρκεια του πολέμου, ενώ συνεχίζεται και η παραγωγή drones.
Την ίδια στιγμή, φαίνεται και από τις δηλώσεις πλέον των Αμερικανών και Ισραηλινών ότι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν –όπως και πέρυσι τον Ιούνιο, στην άλλη επιθετική επιχείρηση–, παραμένει σχεδόν άθικτο, παρά το μέγεθος και την ένταση της επίθεσης. Στην Τεχεράνη, μάλιστα, θεωρούν ότι επιβάλλοντας το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχουν μεταφέρει πλέον όλη την πίεση στον Πρόεδρο Τραμπ, ο οποίος με τον αποκλεισμό που επέβαλε αμέσως μετά πληγώνει την ιρανική οικονομία, χωρίς όμως να μπορεί να γονατίσει το Ιράν και να οδηγήσει σε ανατροπή του καθεστώτος.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει να αντιμετωπίσει την έντονη δυσαρέσκεια και τον προβληματισμό από όλους τους συμμάχους και εταίρους, από την Ευρώπη μέχρι τη Μέση Ανατολή και την Ασία, αλλά και την πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ, όπου ήδη οι τιμές της βενζίνης έχουν αυξηθεί κατά 45%, προκαλώντας κλίμα δυσαρέσκειας, που πιθανότατα θα αποτυπωθεί και στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Ο αμερικανός Πρόεδρος κάθε φορά δηλώνει ότι ο πόλεμος έχει ήδη κερδηθεί για τις ΗΠΑ, κάτι που δεν μπορεί φυσικά να το δικαιολογήσει, όταν όλος ο πλανήτης βλέπει το Ιράν να αντιστέκεται στους όρους που θέτει και αντιθέτως να ζητά διαπραγματεύσεις, βάζοντας πλέον στο τραπέζι και το ισχυρό του όπλο, που αποτελεί ήδη τετελεσμένο, δηλαδή το κλείσιμο των Στενών. Και μάλιστα σε όλες τις προτάσεις τους εξαιρείται το θέμα των πυρηνικών, το οποίο παραπέμπεται προς συζήτηση στο μέλλον.
Το αδιέξοδο απλώς αναδεικνύει ότι οι στόχοι που είχε θέσει ο Πρόεδρος Τραμπ στις 28 Φεβρουαρίου απέχουν κατά πολύ από την εκπλήρωσή τους. Η ηγεσία αποκεφαλίστηκε, όμως το καθεστώς δεν κατέρρευσε και βρήκε τρόπο να είναι λειτουργικό. Το βαλλιστικό οπλοστάσιο δεν εξουδετερώθηκε, ενώ το πυρηνικό πρόγραμμα φαίνεται ότι είναι ακόμη ασφαλές στα υπόγεια καταφύγια που εδώ και χρόνια έσκαβαν οι Ιρανοί, ώστε να είναι προετοιμασμένοι για επιθέσεις όπως η τελευταία.
Έτσι, ο Πρόεδρος Τραμπ, ο οποίος δηλώνει νικητής, δεν εξηγεί γιατί δεν έχει συναφθεί και τυπικά η συνθηκολόγηση των Ιρανών στους όρους που είχε θέσει. Όμως, είναι σαφές ότι ο αμερικανός Πρόεδρος, ο οποίος δέχεται κριτική στο εσωτερικό και για το τεράστιο κόστος –που κανείς δεν πιστεύει ότι φτάνει μόλις τα 25 δισ. δολάρια, όπως είπε ο υπουργός Άμυνας, αλλά υπολογίζεται ότι έχει ξεπεράσει τα 40 δισ., και ενώ έχει την ευθύνη για την παγκόσμια οικονομική κρίση που επαπειλείται λόγω του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ–, δεν μπορεί να φύγει με άδεια χέρια από τον Περσικό Κόλπο.
Θα πρέπει τουλάχιστον να εξασφαλίσει ότι το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ θα γίνει χωρίς να διατηρηθεί με οποιονδήποτε τρόπο η δυνατότητα των Ιρανών να επιβάλουν και πάλι περιορισμούς, ως διαπραγματευτικό όπλο, στο μέλλον. Κυρίως, όμως, ο αμερικανός Πρόεδρος δεν θα μπορεί να νομιμοποιήσει τον πόλεμο εναντίον του Ιράν, εάν δεν εξασφαλίσει μια καθαρή συμφωνία για τα πυρηνικά, τα οποία όμως αποτελούν κόκκινη γραμμή για την Τεχεράνη.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, πλέον, είναι να παγιωθεί μια «παγωμένη σύγκρουση» στην περιοχή, η οποία δεν θα είναι ούτε ειρήνη ούτε πόλεμος, αλλά μια δοκιμασία φθοράς, η οποία όμως θα συνεχίσει να πλήττει την παγκόσμια οικονομία, εφόσον δεν αποκατασταθεί, έστω και με μια ενδιάμεση συμφωνία, η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.
Για τους Αμερικανούς θα είναι μια επίσης δύσκολη περίοδος, καθώς θα υποχρεωθούν, με τις παρούσες συνθήκες, να διατηρήσουν στην περιοχή μια τεράστια στρατιωτική παρουσία, η οποία δεν στοιχίζει μόνο πολύ, αλλά εξαντλεί και τις αμερικανικές δυνάμεις, που βρίσκονται ανεπτυγμένες για τόσο μεγάλο διάστημα μακριά από τις βάσεις τους. Συγχρόνως, θα αποτελεί διαρκή πηγή αποσταθεροποίησης και ανασφάλειας, όπως έδειξαν και τα προχθεσινά, εν καιρώ «εκεχειρίας», πλήγματα εναντίον των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Για το Ιράν, και αυτό είναι ίσως κάτι που δεν έχουν αντιληφθεί στον Λευκό Οίκο, αυτός είναι ένας πόλεμος επιβίωσης, στον οποίο δεν πρόκειται ποτέ να συνθηκολογήσουν, εάν δεν εξασφαλίσουν προηγουμένως όρους που θα οδηγούν στη διατήρηση, με κάποια μορφή, του σημερινού καθεστώτος αλλά και στη διάσωση των δυνατοτήτων που διαθέτει το Ιράν ώστε να αποτρέψει μια νέα επίθεση στο προσεχές μέλλον. Η λαϊκή δυσαρέσκεια, που ήταν δεδομένη, έχει πλέον ενοχοποιηθεί και περιθωριοποιηθεί, καθώς η επίθεση από τους «εχθρούς» έχει συσπειρώσει τους Ιρανούς. Σε βάθος χρόνου, είναι πιθανό αυτό το κλίμα να εκφραστεί και να αμφισβητηθεί το καθεστώς, αλλά μέχρι τότε θα έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι.
Όταν, στις 28 Φεβρουαρίου, ξεκινούσαν οι βομβαρδισμοί εναντίον του Ιράν, η κριτική εναντίον της Ουάσινγκτον ήταν ότι δεν είχε ξεκάθαρη στρατηγική και, κυρίως, ότι δεν είχε στρατηγική εξόδου από αυτήν την κρίση.
Και αυτό πλέον αποδεικνύεται καθημερινά. Πόλεμος, και μάλιστα νικηφόρος, με αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν γίνεται…