
Η διπλωματική αντεπίθεση της Άγκυρας σε Ανατολική Μεσόγειο, ΝΑΤΟ και ΕΕ
–Σε ρόλο παρατηρητή η Αθήνα
–Ο Σαντάμ Χάφταρ είναι ο πιο φιλότουρκος στην οικογένεια Χάφταρ, αλλά τώρα αναζητά στήριξη και από τις ευρωπαϊκές χώρες
Επικίνδυνη για τα εθνικά συμφέροντα αδράνεια επιδεικνύει η κυβέρνηση, την ώρα που η Τουρκία κάνει σημαντικά βήματα για να εκμεταλλευθεί το κενό που δημιουργείται στην περιοχή μετά τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν και την περιθωριοποίηση του Ισραήλ.
H Τουρκία επιχείρησε όλο αυτό το διάστημα να κερδίσει πόντους σε αυτόν τον ανταγωνισμό, που τώρα παίρνει άλλη διάσταση, μετά τη σαφή διαφοροποίηση του Προέδρου Τραμπ από το Ισραήλ, και συγχρόνως θέλει να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία προκειμένου να ξεμπερδέψει με την ιστορία των τριμερών και πολυμερών σχημάτων, τα οποία είχαν διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια με επίκεντρο το Ισραήλ, την Ελλάδα και την Κύπρο.
Σημείο-κλειδί για την Άγκυρα είναι η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, που θα γίνει στην τουρκική πρωτεύουσα, με γκεστ σταρ τον Ντόναλντ Τραμπ, σε μια περίοδο όπου ο ίδιος αμφισβητεί ευθέως και συχνά με δημόσιους υβριστικούς χαρακτηρισμούς την ίδια τη Συμμαχία και τους συμμάχους. Ο Ερντογάν θα θελήσει να αναδειχθεί ως ο πιστός και φερέγγυος σύμμαχος, με αρκετή δόση αυταρχισμού, ένα χαρακτηριστικό στο οποίο έχει δείξει αδυναμία ο αμερικανός Πρόεδρος.
Η Τουρκία επιθυμεί να αποσπάσει οφέλη από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, τόσο για τη σχέση της με τις ΗΠΑ όσο και για τον περιφερειακό ρόλο της, αλλά και για τη, διά της πλαγίας οδού, ένταξή της στο κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής Άμυνας και Ασφάλειας.
Η Αθήνα, δυστυχώς, το τελευταίο διάστημα, υπό τον φόβο της οριστικής διατάραξης των «ήρεμων νερών», συνεχίζει την πολιτική κατευνασμού της Άγκυρας, ενώ ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύεται ο Προέδρος Τραμπ την οδηγεί σε ένα είδος στρατηγικής αμηχανίας.
Η κυβέρνηση ηθελημένα απέφυγε να αξιοποιήσει και να προβάλει το ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου για την Τουρκία, που αποτέλεσε πραγματικό καταπέλτη τόσο για τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής όσο και για τη δραματική κατάσταση των ατομικών και μειονοτικών ελευθεριών και δικαιωμάτων στη χώρα.
Η Αθήνα οφείλει να κάνει σημαία της το ψήφισμα αυτό και μάλιστα να ασκήσει πιέσεις στην ΕΕ για την υιοθέτησή του από τις Συνόδους Κορυφής. Διότι μόνο έτσι θα μπορέσει σταδιακά η ελληνική κυβέρνηση να σηκώσει υψηλό και ανθεκτικό ανάχωμα στις πιέσεις που ήδη ασκούνται για την «τιμητική» και σχεδόν άνευ όρων συμμετοχή της Τουρκίας, σε πρώτη φάση, στην Ευρωπαϊκή Άμυνα.
Σύντομα, στις αρχές Ιουλίου, στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, θα ενταθούν οι πιέσεις, ωστόσο, η κυβέρνηση, αντί να προετοιμάζεται για τη μάχη, κρύβει το κεφάλι στην άμμο.
Όταν τεθούν στο τραπέζι της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ τα περιφερειακά ζητήματα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης οφείλει να θέσει καθαρά και χωρίς περιστροφές τα σοβαρά προβλήματα που δημιουργεί για την ίδια τη Συμμαχία η ύπαρξη του casus belli και οι διεκδικήσεις εναντίον κρατών-μελών, όπως η Ελλάδα, αλλά και η αποσταθεροποίηση που προκαλεί μια εχθρική πολιτική και τακτική απειλών εναντίον μιας χώρας-μέλους της ΕΕ, της Κύπρου, η οποία έχει κρίσιμο ρόλο για την ευρωπαϊκή άμυνα αλλά και για τους περιφερειακούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ.
Και είναι η ώρα η ελληνική κυβέρνηση, σε συνεννόηση με τον κύπριο Πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη, να θέσει δυναμικά το ζήτημα της πιο ενεργούς και δομημένης συνεργασίας του ΝΑΤΟ με την Κύπρο, ώστε έτσι να καταφανεί η αδιαλλαξία και η επικίνδυνη πολιτική που ακολουθεί η Τουρκία σε ό,τι αφορά τα συμφέροντα της Δύσης.
Και αυτό πρέπει να γίνει με μια δομημένη και σοβαρή ομιλία, παρόντος του Ντόναλντ Τραμπ, ώστε να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις όταν η Αθήνα θα υποχρεωθεί να βάλει βέτο στην ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Άμυνα. Έτσι θα τεθούν ενώπιον των ευθυνών τους και οι σύμμαχοι και οι εταίροι, ώστε να καταγραφεί και στη δική τους αλλά και στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη ότι αδιαφορούν για την κατάφωρη παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου προκειμένου να καλοπιάσουν τον Ταγίπ Ερντογάν.
Εντελώς προβληματικός είναι και ο τρόπος με τον οποίο η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να αντιμετωπίσει τη Λιβύη και την τουρκική διείσδυση στη χώρα αυτή.
Επαναπαύεται η ελληνική πλευρά στις συνομιλίες που υποτίθεται ότι γίνονται για την οριοθέτηση της ΑΟΖ, όπου δεν υπάρχει κανένα φως λόγω του τουρκολιβυκού μνημονίου, και από την άλλη, στην Ανατολική Λιβύη, η οικογένεια Χάφταρ, το πιο διεφθαρμένο σύστημα εξουσίας στη Μεσόγειο, χαϊδεύει τα αυτιά της ελληνικής κυβέρνησης προκειμένου να επιτύχει τους στόχους της.
Έτσι, ο στρατηγός Σαντάμ Χάφταρ, γιος του στρατάρχη που ελέγχει την Ανατολική Λιβύη, ήρθε στην Αθήνα και η κυβέρνηση έσπευσε να πανηγυρίσει ακόμη και το γεγονός ότι έχει επαφές και με τις δύο πλευρές στη χώρα.
Ο Σαντάμ Χάφταρ είναι ο πιο φιλότουρκος στην οικογένεια Χάφταρ, αλλά τώρα αναζητά στήριξη και από τις ευρωπαϊκές χώρες, εν όψει των πολιτικών εξελίξεων που θέλει να δρομολογήσει στη χώρα ο προσωπικός απεσταλμένος του Ντόναλντ Τραμπ, κ. Μασάντ Μπούλος.
Έτσι, πολλές υποσχέσεις δίνονται στην ελληνική κυβέρνηση, από τη λήψη μέτρων για τη συγκράτηση των ροών μέχρι και το πάγωμα της επικύρωσης του τουρκολιβυκού μνημονίου, προκειμένου η Αθήνα να υποστηρίξει τους σχεδιασμούς των Αμερικανών, που προβλέπουν μια άτυπη δυαρχία στη χώρα, με πρόεδρο τον Σαντάμ Χάφταρ και πρωθυπουργό τον νυν πρωθυπουργό της Τρίπολης, Αμπντελχαμίντ Ντμπεϊμπά.
Και αυτά χωρίς καμία εγγύηση ότι η νέα κυβέρνηση οφείλει να επανεξετάσει συμφωνίες που υπογράφτηκαν παρανόμως τα τελευταία χρόνια, μεταξύ αυτών και το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Όμως, η Τουρκία διαθέτει πλέον ισχυρότατη πρόσβαση στην Ανατολική Λιβύη, και αυτό θα έπρεπε να ανησυχεί την Αθήνα.
Ο επικεφαλής της ΜΙΤ έφτασε τη Δευτέρα στη Βεγγάζη και συναντήθηκε με τον Σαντάμ Χάφταρ κεκλεισμένων των θυρών, καθώς πλέον και η Τουρκία έχει εξασφαλίσει ισχυρό ρόλο στο λιβυκό πρόβλημα. Ο κ. Καλίν αμέσως μετά πήγε στην Τρίπολη, όπου είχε συνομιλίες με τον πρωθυπουργό Ντμπεϊμπά, εμφανιζόμενος έτσι ως ρυθμιστής των εξελίξεων και με μοναδικό στόχο να διατηρηθεί η τουρκική επιρροή με κάθε τρόπο και μετά την όποια κατάληξη της πρωτοβουλίας του ΟΗΕ και των Αμερικανών για την έξοδο από την πολιτική κρίση.
Αυτό που δεν μπορεί επίσης να υποτιμηθεί είναι η αυξανόμενη επιρροή της Τουρκίας και μέσω της συνεργασίας που η ίδια προωθεί, ενός μουσουλμανικού άξονα με κορμό την Τουρκία, την Αίγυπτο, το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία. Και μάλιστα στάλθηκε το μήνυμα ότι η συνεργασία Τουρκίας, Πακιστάν, Σαουδικής Αραβίας και Αιγύπτου δεν αποτελεί ένα περιοδικό σχήμα συνεργασίας με αντικείμενο μόνο τη Γάζα, αλλά πλέον θα έχει λόγο και θα εκφράζεται ως άτυπη συμμαχία και για άλλα περιφερειακά ζητήματα, όπως είναι, φυσικά, αυτό της Λιβύης.
Το καμπανάκι ότι η Αίγυπτος έχει αρχίσει να τα βρίσκει, ακόμη και σε στρατηγικό επίπεδο, με την Τουρκία έχει χτυπήσει εδώ και καιρό. Δυστυχώς, ούτε αυτό μπορεί να διαχειριστεί η Αθήνα, η οποία βλέπει πλέον την Αίγυπτο, έναν ισχυρό σύμμαχο, που συνέβαλε στην ανάσχεση του τουρκικού αναθεωρητισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, να αναζητεί τώρα συνεννόηση και συμπόρευση με την Τουρκία και τον Ταγίπ Ερντογάν.