
Γεμάτα σαλμονέλα τα πρώτα κρέατα που ήρθαν από τη Λατινική Αμερική βάσει της Συνθήκης Mercosur
–Επαληθεύονται οι φόβοι ότι, εκτός από τον αφανισμό της εγχώριας πτηνοτροφίας και κτηνοτροφίας, θα πλήξει και την υγεία μας
–Σκέψεις στην ΕΕ για αλλαγές στους όρους της σύμβασης, ώστε να αποτραπεί ενδεχόμενη επισιτιστική κρίση, μετά την πετρελαϊκή
Οι σχεδιασμοί επί χάρτου των ευρωπαίων υπουργών, οι οποίοι αποφάσισαν να περιορίσουν την παραγωγή κρεάτων στις χώρες της ΕΕ για… περιβαλλοντικούς λόγους, αποδεικνύονται όχι μόνο καταστροφικοί για τις οικονομίες των ευρωπαϊκών κρατών αλλά και άκρως επικίνδυνοι για τη δημόσια υγεία, αφού το μεγαλύτερο μέρος των κρεάτων που εισάγονται για να αντικαταστήσουν το κρέας που παρήγαγαν οι ευρωπαϊκές χώρες είναι μολυσμένο από σοβαρές ασθένειες και ως εκ τούτου επικίνδυνο για τους καταναλωτές.
Όπως είναι γνωστό, η ΕΕ, παρά τις πρωτοφανείς και δικαιολογημένες αντιδράσεις των κτηνοτρόφων και των αγροτών, αποφάσισε να περιορίσει δραστικά την παραγωγή κρεάτων όλων των ειδών και να αντικαταστήσει τις ελλείψεις που θα δημιουργηθούν με εισαγωγές από χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως η Αργεντινή και η Βραζιλία, που έχουν παράδοση στην κρεατοπαραγωγή.
Όλη αυτή η διαδικασία αναλύεται και θεσμοθετείται με τη Συνθήκη Mercosur, η οποία συνάντησε τις περισσότερες και μεγαλύτερες αντιδράσεις που έχει προκαλέσει ποτέ πανευρωπαϊκή απόφαση.
Γιατί οι λόγοι των αντιδράσεων δεν είναι μόνο οικονομικοί. Είναι και υγειονομικοί, καθώς –όπως υποστηρίζουν κορυφαίοι επιστήμονες, γιατροί, λοιμωξιολόγοι, επιδημιολόγοι κ.λπ.– τα υγειονομικά πρωτόκολλα της Ευρώπης είναι πολύ αυστηρά και καλύπτουν επαρκώς την υγειονομική θωράκιση των καταναλωτών από βλάβες που μπορεί να προκαλέσουν ακατάλληλα τρόφιμα, κάτι που δεν ισχύει για τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, οι οποίες δεν έχουν ανάλογους μηχανισμούς ελέγχων αλλά και ανάλογες προδιαγραφές ασφαλείας σε σφαγεία, συσκευαστήρια χώρους αποθήκευσης, ψυκτικούς θαλάμους κ.λπ.
Κατά συνέπεια, η ποιότητα των κρεάτων που θα εισαχθούν στην Ευρώπη μπορεί να είναι καλή, αλλά ουδείς μπορεί να εγγυηθεί για την κατάστασή τους από υγειονομικής απόψεως. Δηλαδή, είναι πολύ πιθανό τα κρέατα αυτά να έχουν ασθένειες που θα θέσουν σε κίνδυνο την υγεία και ενδεχομένως και τη ζωή των ευρωπαίων καταναλωτών. Το κακό, δηλαδή, που προκαλεί η Συνθήκη Mercosur είναι διπλό, και αυτό άρχισε να φαίνεται από την πρώτη στιγμή. Και αυτό διότι, πέραν της μείωσης της παραγωγής κρεάτων, που οδήγησε πολλές επιχειρήσεις του κλάδου σε οικονομικό μαρασμό, εκτόξευσε τις τιμές των κτηνοτροφικών προϊόντων και εξελίσσεται σε απειλή για την υγεία των ευρωπαίων καταναλωτών, αφού τα κρέατα που εισάγονται από τη Λατινική Αμερική είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία μολυσμένα με ζωονόσους ή βακτήρια που τα καθιστούν επιβλαβή και επικίνδυνα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 80% από τις πρώτες παρτίδες κατεψυγμένων κοτόπουλων που εισαγάγαμε από τη Βραζιλία ήταν μολυσμένο με σαλμονέλα, με αποτέλεσμα να επιστραφεί.
Αυτό δεν συνέβη μόνο στη χώρα μας. Συνέβη και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και έγινε αφορμή να ξεκινήσει νέος κύκλος αντιδράσεων κατά της συνθήκης.
Σύμφωνα, μάλιστα, με πληροφορίες από τις Βρυξέλλες, φαίνεται να ωριμάζει η ιδέα να τροποποιηθεί η συνθήκη, γιατί μετά την πετρελαϊκή κρίση οι ευρωπαίοι πολίτες δεν μπορούν να αντέξουν και μια επισιτιστική. Οπότε ίσως έχουμε αλλαγές στο ποσοστό μείωσης της ευρωπαϊκής κρεατοπαραγωγής.
Ας γυρίσουμε, όμως, στο μεγάλο ποσοστό μολυσμένων κοτόπουλων που εισαγάγαμε από τη Βραζιλία. Γιατί αν το 80% είχε σαλμονέλα, σημαίνει ότι σχεδόν όλα τα κοτόπουλα που εισήχθησαν βάσει της Mercosur ήταν επικίνδυνα για τους καταναλωτές.
Πόσο επαρκείς, όμως, είναι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί της χώρας;
Πόσο καλά στελεχωμένοι είναι, όταν όλο το Δημόσιο υπολειτουργεί λόγω έλλειψης προσωπικού; Και σε τελική ανάλυση, από τα εισαγόμενα κοτόπουλα από τη Βραζιλία πόσες παρτίδες ελέγχθηκαν; Γιατί είναι αδύνατο να ελέγχθηκαν όλες. Αν, λοιπόν, το 80% αυτών που ελέγχθηκαν ήταν μολυσμένο, δεν θα ήταν και το 80% των παρτίδων που δεν ελέγχθηκαν; Οι παρτίδες αυτές όμως διοχετεύθηκαν στην αγορά, με αποτέλεσμα να έχουν θέσει σε κίνδυνο τη ζωή πολλών Ελλήνων αν δεν έχουν προλάβει να τις αποσύρουν.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των κτηνιατρικών εργαστηρίων της Αγίας Παρασκευής, περίπου το 80% των πρώτων παρτίδων εντοπίστηκε μολυσμένο με σαλμονέλα, με συνέπεια την άμεση επιστροφή τους, δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γεωτεχνικών του Δημοσίου, Νίκος Κακαβάς.
Το περιστατικό έρχεται να προστεθεί στις αντιδράσεις που προκαλεί η εμπορική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Mercosur, η οποία βρίσκεται σε διαδικασία κύρωσης. Ο Νίκος Κακαβάς έκανε λόγο για σοβαρές επιπτώσεις στην εγχώρια παραγωγή και κατήγγειλε ότι η πολιτική επιλογή διεύρυνσης των εισαγωγών υπονομεύει τον πρωτογενή τομέα. Παράλληλα, τόνισε ότι οι κτηνιατρικές υπηρεσίες λειτουργούν με στελέχωση που δεν ξεπερνά το 40% των οργανικών θέσεων, στοιχείο που επηρεάζει άμεσα την επάρκεια των ελέγχων.
Τα ίδια περίπου αναφέρει σε επιστολή της προς τον πρωθυπουργό η Διεπαγγελματική Οργάνωση Πτηνοτροφίας, με την οποία επισήμανε τους κινδύνους που εγκυμονούσε η συνθήκη για τον κλάδο που χαρακτηρίζεται κρίσιμος για την επισιτιστική επάρκεια και την αγροτική οικονομία, και μάλιστα με υψηλό βαθμό αυτάρκειας.
Στην επιστολή υπογραμμίζεται ότι, παρά τις υποχρεώσεις συμμόρφωσης των εισαγόμενων προϊόντων με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, η πλήρης επαλήθευση στην πράξη παρουσιάζει δυσκολίες. Επιπλέον, τονίζεται ότι οι παραγωγοί εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβαρύνονται με αυστηρότερους κανόνες σε θέματα περιβάλλοντος και ευζωίας των ζώων, γεγονός που δημιουργεί συνθήκες άνισου ανταγωνισμού.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη διάθεση των προϊόντων στην αγορά. Σύμφωνα με την ΕΔΟΠ, τα εισαγόμενα προϊόντα διοχετεύονται κυρίως σε μεταποιημένα τρόφιμα και στον τομέα της εστίασης, όπου δεν απαιτείται σαφής ένδειξη προέλευσης. Αυτό περιορίζει τη δυνατότητα του καταναλωτή να γνωρίζει την προέλευση των πρώτων υλών.
Την ίδια στιγμή, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εντείνονται οι συζητήσεις για την αξιοπιστία των ελέγχων. Στο Βέλγιο, ο Ομοσπονδιακός Οργανισμός για την Ασφάλεια της Τροφικής Αλυσίδας (FAVV) παρουσίασε το πλαίσιο ελέγχων για τις εισαγωγές, υποστηρίζοντας ότι οι διαδικασίες καλύπτουν τόσο την προέλευση όσο και την είσοδο των προϊόντων στην αγορά της Ένωσης. Οι έλεγχοι περιλαμβάνουν πιστοποιήσεις από τη χώρα εξαγωγής, ελέγχους εγγράφων και ιχνηλασιμότητας κατά την άφιξη, καθώς και δειγματοληπτικές εργαστηριακές αναλύσεις για παθογόνα και υπολείμματα.
Ν.Π.