
Γ. Μουλκιώτης στο “Π”: Η εργασία στο στόχαστρο της ευρισκόμενης σε αποδρομή κυβέρνησης Μητσοτάκη
Του
ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΟΥΛΚΙΩΤΗ
Βουλευτή ΠΑΣΟΚ Βοιωτίας,
Τομεάρχη Προστασίας του Πολίτη
Η βασική στόχευση του ψηφισθέντος εργασιακού νόμου είναι η περαιτέρω διάβρωση του ελληνικού εργατικού δικαίου, καθώς και η ακύρωση θεσμών και εργατικών κατακτήσεων και δικαιωμάτων ενός αιώνα και πλέον. Ο εργασιακός νόμος προωθεί την υπερχρησιμοποίηση και την υποτίμηση της αξίας της εργασίας και την ακραία εντατικοποίησή της.
Η ιδεολογία του νόμου στοχεύει σε μια κοινωνία και αγορά χωρίς εργατικό δίκαιο, σε μια μετακανονικότητα, κατά την οποία το κράτος βρίσκεται σε διαρκή συρρίκνωση και αποδόμηση. Οι εμπνευστές αυτών των επιλογών και παρεμβάσεων στην αγορά εργασίας επιδιώκουν τη μετεξέλιξη της ελληνικής αγοράς εργασίας σε προνομιακή όαση φτηνής και απροστάτευτης εργασίας.
Στον νόμο γίνεται πανηγυρική αναφορά στην προστασία της εργασίας, ενώ στην ουσία πρόκειται για αποδόμησή της.
Οι όποιες θετικές διατάξεις αναφέρονται στην ενσωμάτωση διεθνών συμβάσεων εργασίας και σε διατάξεις για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων.
Γιατί αποδομείται το εργατικό δίκαιο
Πρώτον: Προβλέπεται για πρώτη φορά η δυνατότητα σχεδόν απεριόριστης κατάτμησης της ετήσιας άδειας αναψυχής. Η αρχή του αδιαίρετου της αδείας δεν είναι υπερπροστασία ούτε ελληνική εφεύρεση. Έχει διαπιστωθεί ιατρικά ότι ο οργανισμός του ατόμου αρχίζει να αναπαύεται ψυχικά όχι αμέσως, αλλά μετά από αρκετές ημέρες αποχής από την εργασία.
Δεύτερον: Προβλέπεται δυνατότητα ευρύτατης ευελιξίας του ωραρίου. Αυτό μπορεί να αυξομειώνεται κατά τις ανάγκες της επιχείρησης, χωρίς να πρέπει να καταβάλλεται κάποια επιπλέον αμοιβή, με σκοπό να αποκαταστήσει την αναστάτωση του ωραρίου του εργαζομένου (διευθέτηση).
Είναι αφελές να πιστεύουμε αυτό που παραπλανητικά τονίζεται, ότι δήθεν προβλέπεται η δυνατότητα για ρύθμιση του συστήματος με συλλογική σύμβαση εργασίας. Το αληθές είναι ότι η συλλογική σύμβαση δεν αποτελεί, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της διευθέτησης του ωραρίου.
Είναι διάπλατη η οδός για την ατομική συμβατική ελευθερία, δηλαδή επιβολή της βούλησης του εργοδότη.
Τρίτον: Η ρύθμιση για δυνατότητα ημερήσιας εργασίας μέχρι 13 ώρες. Η ρύθμιση δεν είναι καθόλου αμελητέα, έστω και αν η υπέρβαση θα αφορά, τελικά, απασχόληση για μία μόνο ημέρα την εβδομάδα.
Η προτεινόμενη ρύθμιση του νόμου είναι ακραίο παράδειγμα στον δυτικό κόσμο.
Και εδώ γίνεται, πάλι, επίκληση της συμβατικής ελευθερίας, για να δικαιολογηθεί η δυνατότητα της 13ωρης εργασίας.
Ιστορικά, από τη δυνατότητα υπερωρίας μέχρι δύο ώρες πήγαμε σε δυνατότητα υπερωρίας μέχρι τρεις ώρες, χωρίς προϋποθέσεις, ενώ το 2023 φτάσαμε σε 13ωρη εργασία σε δύο εργοδότες, καταλήγοντας στο 13ωρο εργασίας στον ίδιο εργοδότη. Αυτό μάλιστα είναι υποχρεωτικό για τον εργαζόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 659 του Αστικού Κώδικα.
Από την ελάφρυνση του εργοδότη από ασφαλιστικές εισφορές, υπερωρίες και προσαυξήσεις, με αλλαγή που εισηγήθηκε η κυβέρνηση, ό,τι δηλώνεται ως οικειοθελής παροχή ή bonus ομοίως θα απαλλάσσεται από ασφαλιστικές εισφορές.
Οι παραπάνω επισημάνσεις δεν αποδομούνται με το σαθρό επιχείρημα ότι δήθεν απαγορεύεται η απόλυση του εργαζομένου που δεν θα αποδέχεται την πρόταση του εργοδότη να κατατμήσει την άδειά του ή να εργαστεί 13 ώρες ή να αυξομειώσει το ωράριό του χωρίς καταβολή επιπλέον αμοιβής.
Το επιβληθέν επί Βρούτση και ισχύον ελεεινό καθεστώς αναιτιολόγητης απόλυσης σημαίνει ότι ο εργοδότης δεν οφείλει να ενημερώσει τον εργαζόμενο για ποιον λόγο τον απολύει.
Οι αναπτυγμένες χώρες επενδύουν σήμερα στην ποιότητα της εργασίας, στην εναρμόνιση της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανοίγει ήδη διάλογο για το τετραήμερο και την «πράσινη εργασία», χωρίς μείωση των αποδοχών.
Στα καθ’ ημάς, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αγνοεί επιδεικτικά τις διεθνείς εξελίξεις.
Το ΠΑΣΟΚ δεσμεύεται ότι ως κυβέρνηση θα καταργήσει κάθε αντεργατικό νόμο που ψήφισε η Νέα Δημοκρατία.
Για να μπορεί κάθε εργαζόμενος σε αυτήν τη χώρα να λέει ξανά: Δουλεύω, ζω, προοδεύω. Όχι απλώς επιβιώνω.