
Διατίμηση σε όλα τα είδη
• Είναι αδιανόητο να γίνονται… ασανσέρ, χωρίς λόγο, οι τιμές βασικών ειδών και το κράτος απλά να παρακολουθεί
Παλιότερα, όταν ζούσαμε σε κανονικές συνθήκες, γνωρίζαμε ότι τα πρώιμα προϊόντα ήταν ακριβότερα γιατί δεν είχε αρχίσει ακόμα η κανονική παραγωγή, και, ενώ υπήρχε ζήτηση –γιατί πάντα το καινούργιο πουλάει–, δεν υπήρχαν οι ανάλογες ποσότητες για να την καλύψουν.
Αργότερα, όταν άρχιζε η κανονική παραγωγή και έπεφταν ποσότητες στην αγορά, οι τιμές έφταναν στα συνηθισμένα επίπεδα.
Τα τελευταία χρόνια, αυτή η λογική εξαφανίστηκε. Οι τιμές με τις οποίες μπαίνουν τα προϊόντα στην αγορά παραμένουν μέχρι που… βγαίνουν. Με ελάχιστες διαφορές και πολλές αυξομειώσεις, οι οποίες, όμως, δεν δικαιολογούνται από τους νόμους της αγοράς.
Διαβάστε επίσης: Αντιλαϊκό παραλήρημα από την κυβέρνηση με τον ΦΠΑ
Αυτό σημαίνει πως ο καθένας πουλάει όσο θέλει. Όταν έχει προϊόντα που διατηρούνται στο ψυγείο, συνεννοείται με άλλους που έχουν τα ίδια, τα κρύβουν στα ψυγεία, δημιουργείται τεχνητή έλλειψη και ανεβαίνουν οι τιμές.
Παλιό το κόλπο, δοκιμασμένο και σίγουρο. Το γνωρίζουμε όλοι, μόνο το κράτος δεν ξέρει τίποτα. Ή κάνει ότι δεν ξέρει. Γιατί, αν το γνώριζε, θα έπρεπε να έχει ήδη παρέμβει, αλλά φαίνεται πως κάτι τέτοιες παρεμβάσεις δεν τις… συνηθίζει.
Αυτό που γίνεται στη χώρα μας με τις τιμές είναι αδιανόητο. Όλη η αγορά είναι στο έλεος των κερδοσκόπων. Δικά μας προϊόντα πωλούνται στο εξωτερικό φθηνότερα γιατί εκεί υπάρχουν κανόνες, υπάρχουν όρια, υπάρχει κράτος. Εδώ δεν υπάρχει τίποτα. Το λάδι την εποχή της παραγωγής είχε φθάσει τα 7,5 ευρώ το κιλό, αργότερα έφτασε στα 8,5 ευρώ, έπεσε πάλι στα 7,5 και τώρα… φλερτάρει με τα 10 ευρώ το κιλό.
Και ας είναι περασμένη η εποχή και σε τρεις μήνες θα βγει το λάδι της νέας σοδειάς. Τα κεράσια ξεκίνησαν στα 8 ευρώ και δεν έπεσαν κάτω από τα 6. Τα μέτριας ποιότητας έφτασαν και στα 4 ευρώ, αλλά μέχρι εκεί. Και αν τα κεράσια είχαν επηρεαστεί από τον καιρό, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει παραγωγή, γιατί τα φασολάκια, όπου η παραγωγή ήταν κανονική, είναι… καρφωμένα στα 5 ευρώ το κιλό;
Σίγουρα οι κερδοσκόποι κάνουν… πάρτι επειδή το κράτος είναι ανύπαρκτο. Γιατί όμως; Τι συμφέροντα έχει να είναι πανάκριβα ακόμα και τα εποχικά προϊόντα, και μάλιστα σε τιμές απαγορευτικές για τον πολύ κόσμο; Μήπως κι εδώ… κρύβεται το κόλπο του ΦΠΑ, καθώς όσο ψηλότερες είναι οι τιμές τόσο περισσότερα εισπράττει το κράτος;
Δεν φτάνει, δηλαδή, που η κυβέρνηση αρνείται να εφαρμόσει τις κοινοτικές οδηγίες και να μειώσει ή να καταργήσει τον ΦΠΑ στα βασικά είδη, για να μαζεύει χρήμα και να δημιουργεί πλεονάσματα, πρέπει να μας αφήνει και… νηστικούς; Γιατί, αν δεν μπορούμε να αγοράσουμε τρόφιμα λόγω της ακρίβειας, θα μειώσουμε και την τροφή μας. Ή θα τρώμε μεταλλαγμένα σκουπίδια και θα φεύγουμε μία ώρα αρχύτερα. Έτσι θα γλιτώνουν λεφτά και τα Ταμεία.
Αυτά, όμως, δεν είναι σενάρια που μπορούν να σταθούν σε κανονικές κοινωνίες, γιατί παραπέμπουν σε ζούγκλα, και δεν τα συζητάμε. Όμως, επιβάλλεται η κυβέρνηση να αντιμετωπίσει εδώ και τώρα το θέμα της ακρίβειας.
Λύσεις υπάρχουν, και μάλιστα αποτελεσματικές, δοκιμασμένες.
Κατ’ αρχάς, η διατίμηση σε ορισμένα βασικά είδη, σε αυτά δηλαδή που η ΕΕ μας λέει να μειώσουμε ή να καταργήσουμε τον ΦΠΑ. Αφού η κυβέρνηση αρνείται να εφαρμόσει την οδηγία, ας βάλει τα είδη αυτά σε διατίμηση. Ο κόσμος πρέπει τουλάχιστον να έχει τα προς το ζην, δεν είναι δυνατόν ο πολίτης να προβληματίζεται για το αν θα έχει ένα πιάτο φαγητό για τα παιδιά του την επόμενη μέρα. Θα μου πείτε ότι υπάρχουν τα συσσίτια, αλίμονο, όμως, αν φτάσουμε, 82 χρόνια μετά, πάλι σε συνθήκες Κατοχής.
Υπάρχει κι άλλη λύση. Έλεγχος στο ποσοστό κέρδους. Να θεσπίσει η κυβέρνηση ανώτατο όριο κέρδους σε κάθε προϊόν διατροφής. Ας το κάνει 100%, ας βρει τέλος πάντων ένα εύρος και ας το εφαρμόσει. Όμως, όποιος πουλάει πάνω από αυτό το ποσοστό θα φεύγει από την αγορά, θα μπαίνει σε μαύρη λίστα και δεν θα μπορεί να υπάρξει επαγγελματικά. Να μην υπάρχει «Τειρεσίας» μόνο για τους πελάτες των τραπεζών, να υπάρχει και για τους… γδάρτες των πολιτών.
Λύσεις υπάρχουν. Και πολλές μάλιστα. Εκείνο που δεν υπάρχει, όπως φαίνεται, είναι η βούληση. Οπότε, ό,τι και να πούμε πάει στον βρόντο.
Και θα τρώμε τη μία κατραπακιά πίσω από την άλλη. Ελέω Μητσοτάκη, πάντα…