
Χαμένοι και στο… λιβυκό παζάρι
–Πώς φτάσαμε στο σημείο να μας «χορεύουν» και οι Λίβυοι
Η Αθήνα, ασθμαίνουσα, τρέχει να προλάβει τις εξελίξεις με τη Λιβύη, προσπαθώντας τώρα να καλύψει τα κενά μιας τετραετίας κατά την οποία αδιαφόρησε πλήρως για τη γειτονική χώρα και τα όσα συνέβαιναν εκεί, κινδυνεύοντας έτσι όχι μόνο να προκαλέσει σοβαρό ρήγμα με την κυβέρνηση της Τρίπολης αλλά και την απώλεια της Ανατολικής Λιβύης, με την οποία είχε επιτευχθεί μια δύσκολη και εύθραυστη συνεννόηση.
Για την κυβέρνηση και τον ίδιο τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη μπορεί να μην ήταν έκπληξη η ρηματική διακοίνωση την οποία κατέθεσε στον ΟΗΕ η Λιβύη, όμως συνιστά ανώμαλη προσγείωση στη σκληρή πραγματικότητα, διαψεύδοντας τα αφηγήματα της κυβέρνησης ότι δήθεν η χάραξη οικοπέδων της Λιβύης νοτίως της μέσης γραμμής που έχει ορίσει η Ελλάδα σημαίνει και αναγνώριση της μέσης γραμμής από τη Λιβύη.
Η Λιβύη όχι μόνο δεν αποδέχεται τη μέση γραμμή, αλλά καταγγέλλει την Ελλάδα για τετελεσμένα που δήθεν επιχειρεί να επιβάλει εις βάρος της, παραβιάζοντας τα κυριαρχικά δικαιώματά της και τις θαλάσσιες ζώνες της. Συγχρόνως, όμως, για πρώτη φορά εμφανίζει χάρτη ο οποίος καταγράφει τη μείζονα διεκδίκησή της έναντι της ελληνικής ΑΟΖ, που στηρίζεται στην εφαρμογή του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Μετά την Τουρκία, η οποία από το 2019 επιχειρεί να επιβάλει τη «Γαλάζια Πατρίδα» βάσει του τουρκολιβυκού μνημονίου, χαράσσοντας μονομερώς την τουρκική ΑΟΖ μέχρι απόσταση 6 ν.μ. από τις ανατολικές ακτές της Ρόδου, της Καρπάθου, της Κάσου και της Κρήτης, τώρα και η Λιβύη, με μικρά βήματα, επιχειρεί να χαράξει ως μέση γραμμή με την Ελλάδα τη συνέχεια του εν λόγω μνημονίου, το οποίο ουσιαστικά αφαιρεί κάθε επήρεια από τα μικρά νησιά και σχεδόν μηδενίζει την επήρεια της Κρήτης. Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί τον σφετερισμό σχεδόν ολόκληρης της ελληνικής ΑΟΖ νότια της Κρήτης.
Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι εάν η Λιβύη επιχειρεί απλώς να καταγράψει με επίσημο τρόπο τη θέση της, ώστε η διαπραγματευτική της θέση, εάν και όποτε ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις, να είναι η πιο μαξιμαλιστική προσέγγιση για το εύρος της λιβυκής ΑΟΖ, ή εάν θα επιχειρήσει, με τη συνδρομή της Τουρκίας, να προκαλέσει τετελεσμένα, φέρνοντας για έρευνες τουρκικό ερευνητικό νότια της Κρήτης, παραβιάζοντας την ελληνική μέση γραμμή.
Επίσης, είναι δύσκολο να προβλεφθεί το πώς θα αντιδράσουν οι ξένες εταιρείες, εάν η Λιβύη προσφέρει σε διαγωνισμό οικόπεδα που επικαλύπτουν την ελληνική ΑΟΖ. Το ενδεχόμενο σε μια τέτοια διαδικασία να εμπλακούν και ξένες εταιρείες θα περιέπλεκε την κατάσταση και για την Ελλάδα, η οποία περιμένει τη Chevron να διεκδικήσει τα δύο οικόπεδα νότια της Κρήτης, τα οποία σχεδόν στο σύνολό τους αμφισβητούνται και διεκδικούνται από τη Λιβύη.
Ένα επικίνδυνο ενδεχόμενο είναι η αμερικανική εταιρεία να εμπλακεί στους διαγωνισμούς τόσο της Ελλάδας όσο και της Λιβύης, και τότε, εφόσον υπάρχει επικαλυπτόμενη περιοχή, αυτό να χρησιμοποιηθεί από την Ουάσινγκτον ως επιχείρημα για άσκηση πιέσεων σε Αθήνα και Τρίπολη για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης ή ακόμη και για υποβολή προτάσεων συνεκμετάλλευσης. Κάτι τέτοιο θα ήταν φυσικά εξαιρετικά επικίνδυνο, καθώς πρακτικά θα ερχόταν να δικαιώσει την προσπάθεια σφετερισμού της ελληνικής ΑΟΖ.
Η Αθήνα όλο αυτό το διάστημα προσπαθεί να πιαστεί από το γεγονός ότι η Chevron αλλά και η Mobil εμπλέκονται στα οικόπεδα νοτιοδυτικά και νότια της Κρήτης. Όμως, για λόγους επικοινωνιακούς, αποφεύγουν να αποκαλύψουν ότι η μεν Mobil αναβάλλει εδώ και τρία χρόνια την έναρξη έστω δοκιμαστικών γεωτρήσεων, ενώ η Chevron, εφόσον πράγματι διεκδικήσει τα οικόπεδα νότια της Κρήτης, δεν προβλέπεται να βάλει τρυπάνι πριν περάσει τουλάχιστον μία τετραετία – εφόσον, φυσικά, υπάρξουν ενθαρρυντικά αποτελέσματα από τις έρευνες.
Το γεγονός ότι μια εταιρεία διεκδικεί και παίρνει τα δικαιώματα ερευνών σε θαλάσσιο οικόπεδο δεν σημαίνει ότι αυτό είναι αποδεικτικό στοιχείο κυριότητας του οικοπέδου από τη χώρα. Και βεβαίως, εάν προκύψουν ευθύνες στη χώρα που έδωσε τις άδειες σε μια περιοχή η οποία αμφισβητείται, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνονται οι έρευνες και κυρίως οι γεωτρήσεις όταν έρθει η ώρα, τότε οι εταιρείες θα στραφούν εναντίον της χώρας αυτής, είτε για να δώσει λύση είτε για να αναλάβει τις ευθύνες της.
Ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, μετά τη Βεγγάζη και την Τρίπολη της Λιβύης, ξεπερνώντας βεβαίως τον μεγάλο σκόπελο των νέων δεδομένων που θέτει η λιβυκή ρηματική διακοίνωση, πρότεινε και πάλι την έναρξη διαλόγου μέσω επιτροπών τεχνοκρατών. Οι Λίβυοι, όπως και στη Βεγγάζη, έτσι και στην Τρίπολη, δεν είναι αντίθετοι με έναν τέτοιο διάλογο, ο οποίος όμως όλοι γνωρίζουν ότι δεν μπορεί να οδηγήσει πουθενά. Είναι πιθανό μάλιστα να μην μπορέσει να υπάρξει συμφωνία ούτε για παραπομπή στη Χάγη, καθώς είναι προφανές ότι στο συνυποσχετικό η Αθήνα θα θέσει και το ανατολικό σημείο της ΑΟΖ, εκεί όπου η Λιβύη επικαλείται το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Ένα ακόμη σοβαρό θέμα που προκύπτει είναι: Με ποιον θα κάνει διάλογο η Αθήνα; Με τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Λιβύης, η οποία όμως κλυδωνίζεται και έχει τον έλεγχο μόνο της Δυτικής Λιβύης, ή με τη Βεγγάζη, που ελέγχει όλη την Ανατολική Λιβύη και μάλιστα υποστηρίζει ότι η διαπραγμάτευση σχετικά με την ΑΟΖ θα πρέπει να γίνει με αυτήν, καθώς ελέγχει τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Ανατολικής Λιβύης και Κρήτης; Το ιδανικό για την Ελλάδα θα ήταν να συμφωνούσαν σε μια κοινή επιτροπή, αλλά κάτι τέτοιο προς το παρόν φαίνεται να αποκλείεται.
Η κυβέρνηση φέρει σοβαρές ευθύνες για την κατάσταση στην οποία έχει οδηγηθεί η σχέση με τη Λιβύη, καθώς είναι σε έναν βαθμό αποτέλεσμα της αδράνειας της ελληνικής διπλωματίας, η οποία άφησε χώρο για μεγαλύτερη διείσδυση της Άγκυρας και στις δύο πλευρές της Λιβύης και συγχρόνως επέτρεψε να ωριμάσει η ιδέα για διατύπωση μαξιμαλιστικής διεκδίκησης ΑΟΖ από τη Λιβύη.
Τώρα βρίσκεται στη δεινή κατάσταση να προσπαθεί, υπό όρους αδυναμίας, λόγω της πίεσης με το Μεταναστευτικό αλλά και της αμφισβήτησης της μέσης γραμμής, να καλοπιάσει τον Χάφταρ και τον Σάλεχ, ώστε να μην κυρώσουν το τουρκολιβυκό μνημόνιο, αλλά και τον Ντμπεϊμπά, προκειμένου να μην προχωρήσει σε τετελεσμένα εις βάρος της ελληνικής μέσης γραμμής. Και καθώς οι, συνηθισμένοι σε τέτοια παιχνίδια και παζάρια, λίβυοι παράγοντες αντιλαμβάνονται την αδυναμία της Αθήνας, δείχνουν έτοιμοι να εκμεταλλευθούν μέχρι τέλους τα όπλα που διαθέτουν.
Και η Αθήνα φυσικά διαθέτει όπλα. Μένει να αποδειχθεί ότι έχει την πρόθεση να τα χρησιμοποιήσει, ακόμη κι αν αυτό τη φέρει σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες όλο αυτό το διάστημα έχουν χτίσει σχέσεις συναλλαγής και συνεργασίας με τη Λιβύη.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ