Απ. Αποστόλου στο “Π”: Όταν η Ιστορία βγαίνει στο eBay

Απ. Αποστόλου στο “Π”: Όταν η Ιστορία βγαίνει στο eBay

Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και Διεθνών Δημοσίων Σχέσεων του Πανεπιστημίου Federiciana της Ρώμης


Στις ράχες του διαδικτύου, εκεί που ξεπουλιέται το παρελθόν με τα «αγόρασέ το τώρα» και «τελευταίο κομμάτι», ξεφύτρωσαν –λέει– σπάνιες φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Ναι, εκεί. Στον τόπο όπου, την Πρωτομαγιά του 1944, οι Ναζί έστησαν στον τοίχο 200 κομμουνιστές κρατούμενους από το Χαϊδάρι και τους θέρισαν, ως αντίποινα για την ενέδρα και τον θάνατο γερμανού στρατηγού στους Μολάους. Εκεί που το χώμα δεν είναι χώμα αλλά μνήμη πηχτή. Εκεί που οι πέτρες θυμούνται ονόματα.

Και οι φωτογραφίες; Βγήκαν σε δημοπρασία στο eBay. Με τιμή εκκίνησης. Με προσφορές. Με την αγωνία του συλλέκτη που δεν θέλει να χάσει το κομμάτι. Σαν να ’ταν γραμματόσημο. Σαν να ’ταν σπάνιο νόμισμα. Σαν να ’ταν τούβλο από γκρεμισμένο αρχοντικό. Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για τούβλα, μιλάμε για ανθρώπους. Για πρόσωπα που στάθηκαν απέναντι στα πολυβόλα. Για βλέμματα που, λίγο πριν το σκοτάδι, κοίταξαν τον ήλιο.

Βεβαίως, θα πουν οι ψύχραιμοι, οι φωτογραφίες είναι τεκμήρια. Βοηθούν τη γνώση. Χωρίς εικόνα, η Ιστορία καταντά αφήγηση χωρίς σώμα. Σωστό. Η τεκμηρίωση είναι το οξυγόνο της μνήμης. Τα αρχεία, τα μουσεία, οι βιβλιοθήκες –εκεί ανήκουν τέτοια ευρήματα. Εκεί όπου ο ερευνητής θα τα δει, θα τα διασταυρώσει, θα τα εντάξει στο πλαίσιο. Εκεί όπου ο πολίτης θα τα αντικρίσει με σεβασμό, όχι με μεζούρα τιμής.

Μα, άλλο το τεκμήριο σε δημόσιο αρχείο και άλλο το τρόπαιο στο σαλόνι. Άλλο η μελέτη και άλλο η κερδοσκοπία. Η γραμμή είναι λεπτή, αλλά υπάρχει. Και όταν τη διαβαίνεις, δεν φωτογραφίζεις απλώς το παρελθόν, το προδίδεις. Το κάνεις εμπόρευμα, το βάζεις σε βιτρίνα, του κολλάς ταμπελάκι. «Σπάνιο. Αυθεντικό. Από ιδιωτική συλλογή». Λες και η Ιστορία είναι παλτό, να το φορέσεις σε δεξίωση.

Οι 200 της Καισαριανής δεν είναι φολκλόρ. Δεν είναι καρτ ποστάλ. Είναι πληγή και πυξίδα μαζί. Η εκτέλεσή τους, μια από τις πιο εμβληματικές πράξεις ναζιστικής θηριωδίας στην κατεχόμενη Ελλάδα, δεν ανήκει σε όποιον έχει πιστωτική κάρτα. Ανήκει στη δημόσια σφαίρα, στη συλλογική μνήμη. Ανήκει –θα το πω ωμά– και στους απογόνους εκείνων που στάθηκαν στον τοίχο. Ποιος τους ρώτησε αν θέλουν τα πρόσωπα των δικών τους να γίνουν «lot» σε ψηφιακή βιτρίνα;

Θα αντιτείνουν οι πραγματιστές: «Αν δεν τις αγοράσει ιδιώτης, μπορεί να χαθούν». Αλήθεια; Και πού είναι το κράτος; Πού είναι τα αρχεία; Πού είναι οι θεσμοί που κόπτονται για επετείους και στεφάνια; Αν η μνήμη μας εξαρτάται από τον εκάστοτε συλλέκτη, τότε έχουμε ήδη χάσει τη μάχη. Δεν μπορεί η Ιστορία να σώζεται με κουμπί «bid». Χρειάζεται πολιτική βούληση, θεσμική εγρήγορση, ένα στοιχειώδες αίσθημα ευθύνης.

Και έπειτα, υπάρχει και το ηθικό βάρος. Η εικόνα της εκτέλεσης –αν όντως πρόκειται για τέτοιες σκηνές– δεν είναι ουδέτερη. Είναι η στιγμή που ο θάνατος κοιτά τον φακό. Η δημοσίευση, η αναπαραγωγή, η εμπορία της απαιτούν μέτρο και πλαίσιο. Δεν είναι όλα «content». Δεν είναι όλα «σπάνια ευκαιρία». Η αγορά έχει τη δική της λογική: Ό,τι σπανίζει ακριβαίνει. Η μνήμη, όμως, δεν είναι χρηματιστήριο. Δεν ανεβοκατεβαίνει με δείκτες.

Θα μου πείτε, υπερβολές. Το eBay δεν είναι δήμιος, είναι πλατφόρμα. Οι πωλητές δεν είναι ιδεολόγοι, είναι έμποροι. Σωστά. Μα, ακριβώς εκεί κρύβεται το πρόβλημα, στην κανονικοποίηση. Στο ότι συνηθίζουμε να βλέπουμε τα πάντα ως αντικείμενα συναλλαγής. Από χειρόγραφα ποιητών μέχρι στολές στρατοπέδων. Από επιστολές εξόριστων μέχρι φωτογραφίες εκτελέσεων. Όλα μπαίνουν στο ίδιο ράφι. Όλα με περιγραφή, τιμή και «άριστη κατάσταση».

Και όμως, η κατάσταση δεν είναι άριστη. Είναι τραυματική. Είναι βαριά. Κάθε τέτοια φωτογραφία –αν είναι γνήσια– κουβαλάει πάνω της τον ιδρώτα της αγωνίας, τον ήχο της ριπής, το άδειασμα της ζωής. Δεν είναι διακοσμητικό. Δεν είναι «conversation piece» για να εντυπωσιάζεις τους φίλους: «Ξέρεις, το πήρα σε καλή τιμή». Αν κάτι πρέπει να εντυπωσιάζει, είναι η ευθύνη μας απέναντι σε αυτό που βλέπουμε.

Η λύση δεν είναι να κρύψουμε τις εικόνες. Η λήθη είναι συνενοχή. Η λύση είναι να τις εντάξουμε εκεί που ανήκουν, σε δημόσια αρχεία, σε μουσεία, σε εκπαιδευτικά προγράμματα. Να συνοδεύονται από τεκμηρίωση, από ονόματα, από ιστορίες. Να μην αιωρούνται ως φετίχ βίας αλλά να φωτίζουν το πλαίσιο. Να γίνονται μάθημα, όχι λάφυρο.

Και κάτι ακόμη. Η εμπορία τέτοιων τεκμηρίων δεν είναι απλώς ζήτημα γούστου, είναι ζήτημα δημοκρατίας. Μια κοινωνία που επιτρέπει τη μετατροπή της τραγωδίας της σε αντικείμενο πλειστηριασμού κινδυνεύει να χάσει την αίσθηση του μέτρου. Να συνηθίσει στην ιδέα ότι όλα πωλούνται. Ότι ακόμη και ο θάνατος έχει τιμή εκκίνησης. Και αν ο θάνατος έχει τιμή, τότε τι απομένει αδιαπραγμάτευτο;

Στην Καισαριανή δεν εκτελέστηκαν «200 κομμάτια». Εκτελέστηκαν άνθρωποι με ονόματα, με οικογένειες, με ιδέες. Η μνήμη τους δεν είναι εμπόρευμα. Είναι υποχρέωση. Αν οι φωτογραφίες αυτές υπάρχουν, αν είναι αυθεντικές, τότε η θέση τους είναι σε δημόσιο φορέα, προσβάσιμο σε όλους, όχι σε ιδιωτικό άλμπουμ. Και αν κάποιοι επιμένουν να τις βλέπουν ως επένδυση, ας θυμηθούν πως υπάρχουν πράγματα που, όταν τα αγοράζεις, σε αγοράζουν και αυτά. Σου κρεμούν στον τοίχο μια σιωπή που δεν αντέχεται.

Η γραμμή είναι λεπτή, είπαμε. Μα υπάρχει. Από τη μία, η γνώση. Από την άλλη, το κέρδος. Από τη μία, η μνήμη ως κοινό αγαθό. Από την άλλη, η μνήμη ως «σπάνιο αντικείμενο». Και όποιος δεν τη βλέπει, ας πάει μια βόλτα στο Σκοπευτήριο. Ας σταθεί μπροστά στον τοίχο. Εκεί δεν υπάρχουν τιμές. Υπάρχει μόνο η ηχώ. Και η ηχώ δεν πωλείται.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ