Η αποθράσυνση του αμερικανικού παράγοντα

Το πρόσφατο δημοσίευμα της «Wall Street Journal», το οποίο εμπλέκει το στενό περιβάλλον του Ντόναλντ Τραμπ —και συγκεκριμένα την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ— με μυστήριους παράγοντες και ενεργειακά deals, έπεσε σαν βόμβα στο εγχώριο πολιτικό και επιχειρηματικό σκηνικό, προκαλώντας έναν πρωτοφανή χαμό σε ιστοσελίδες και δηλώσεις.

Ωστόσο, πίσω από τον εντυπωσιασμό των ημερών, κρύβεται μια βαθύτερη, διαχρονική παθογένεια της ελληνικής πραγματικότητας, η οποία πλέον έχει λάβει διαστάσεις κανονικότητας: η ωμή, απροσχημάτιστη και δίχως όρια παρέμβαση του αμερικανικού παράγοντα στα εσωτερικά μας.

Ιστορικά, ο «αμερικανικός δάκτυλος» ήταν πάντα παρών στα ελληνικά πράγματα. Από την εποχή του Δόγματος Τρούμαν και τον αμερικανό πρέσβη Τζον Πιουριφόι, ο οποίος τη δεκαετία του ’50 ανεβοκατέβαζε κυβερνήσεις και υπαγόρευε εκλογικά συστήματα, μέχρι τη σκοτεινή περίοδο της Χούντας των Συνταγματαρχών και την εθνική τραγωδία της Κύπρου, η Ουάσιγκτον θεωρούσε την Ελλάδα ένα δεδομένο οικόπεδο.

Είναι αλήθεια ότι, μετά τη Μεταπολίτευση και κυρίως τις επόμενες δεκαετίες, υπήρξε μια περίοδος όπου παρατηρήθηκε ένα σχετικό «πάγωμα». Ο αντιαμερικανισμός της ελληνικής κοινωνίας και η ισχυροποίηση των δημοκρατικών θεσμών υποχρέωσαν τον ξένο παράγοντα σε έναν περιορισμό. Οι παρεμβάσεις δεν σταμάτησαν ποτέ, αλλά γίνονταν πλέον στο παρασκήνιο, με πιο λεπτούς διπλωματικούς χειρισμούς και διατηρώντας, τουλάχιστον, τα προσχήματα.

Σήμερα, όμως, η κατάσταση έχει ξεπεράσει κάθε όριο. Και ο λόγος είναι ένας: η ίδια η φύση της πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ και του συστήματος που τον περιβάλλει. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που λειτουργεί αμιγώς συναλλακτικά, χωρίς διπλωματικές αναστολές και χωρίς κανένα απολύτως όριο. Όταν η ίδια η ηγεσία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού συμπεριφέρεται με όρους επιθετικού real estate και στεγνού επιχειρηματικού deal, η αποθράσυνση του αμερικανικού παράγοντα στην Ελλάδα ήταν απλώς θέμα χρόνου να φτάσει στο απόγειό της.

Σε αυτό το γεωπολιτικό και οικονομικό παιχνίδι, το «σύστημα Τραμπ», για να εκτελέσει τα σχέδιά του στην ευρύτερη περιοχή μας, χρειάζεται πάντοτε έναν πρόθυμο, ισχυρό και ικανό τοπικό συνεργάτη. Εδώ είναι που μπαίνει στο κάδρο ο εγχώριος επιχειρηματικός παράγοντας, και όπως φαίνεται από τις πρόσφατες εξελίξεις και τον απόηχο των διεθνών δημοσιευμάτων, τον ρόλο αυτό φέρεται να καλείται να παίξει ο Άκτωρ. Για να είμαστε ρεαλιστές: αν δεν ήταν ο συγκεκριμένος όμιλος, οι Αμερικανοί θα είχαν πιέσει, εκβιάσει ή υποχρεώσει κάποιον άλλον ισχυρό παίκτη της αγοράς να αναλάβει τη δουλειά. Στην παγκόσμια σκακιέρα, ο ξένος παράγοντας πάντα βρίσκει τον πρόθυμο «αγωγό» των συμφερόντων του.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι το τι γίνεται σήμερα, αλλά το τι ξημερώνει αύριο. Όπως όλα στην πολιτική και την ιστορία αλλάζουν, έτσι θα έρθει νομοτελειακά και η μετα-Τραμπ εποχή. Το αμερικανικό κατεστημένο είναι βαθιά διχασμένο. Όταν το εκκρεμές γυρίσει και το «σύστημα Τραμπ» αποχωρήσει από το προσκήνιο, τι θα συμβεί σε αυτούς που ταυτίστηκαν τόσο στενά μαζί του;

Ο Άκτωρ —και ο κάθε εγχώριος κολοσσός που συμπλέει σήμερα με αυτές τις πολιτικές— θα μπορέσει άραγε να ακολουθήσει την ίδια πορεία στη νέα εποχή; Ή θα βρει ξαφνικά απέναντί του όλους εκείνους που σήμερα μάχονται τον Τραμπ στην άλλη όχθη του Ατλαντικού; Το «βαθύ κράτος» των ΗΠΑ, οι Δημοκρατικοί και τα παραδοσιακά κέντρα εξουσίας της Ουάσιγκτον έχουν ισχυρή μνήμη. Και στην πολιτική, όπως και στις επιχειρήσεις, όποιος ποντάρει όλα του τα λεφτά σε έναν μόνο παίκτη, κινδυνεύει να χάσει τα πάντα όταν αυτός σηκωθεί από το τραπέζι.



Διαβάστε επίσης