Απ. Αποστόλου στο “Π”: Υποκλοπές και πρωθυπουργική ευθύνη: Η δύσκολη εξίσωση της Δικαιοσύνης

Απ. Αποστόλου στο “Π”: Υποκλοπές και πρωθυπουργική ευθύνη: Η δύσκολη εξίσωση της Δικαιοσύνης

Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ*
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ρώμης


Η συνέντευξη που παραχώρησε στο Blue Sky ο πολιτικός αναλυτής Ανδρέας Δρυμιώτης έφερε τα πάνω κάτω. Και με αυτά που είπε αναστάτωσε το ήδη αναστατωμένο Μαξίμου. Ο Ανδρέας Δρυμιώτης αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στο σκάνδαλο των υποκλοπών και στον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Όπως επισήμανε ο ίδιος, το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας διατρέχει έναν κίνδυνο, και ο κίνδυνος θα προέλθει αν στις επόμενες εκλογές η ΝΔ πάρει 25% ή και χαμηλότερο ποσοστό. Τότε η ΝΔ θα εκλέξει 75 βουλευτές, την ώρα που οι υπόλοιποι θα έχουν 225 βουλευτές και έτσι θα μπορέσουν να παραπέμψουν τον πρωθυπουργό στο Ειδικό Δικαστήριο για το σκάνδαλο των υποκλοπών. Ο κίνδυνος, λοιπόν, που ελλοχεύει είναι αυτός της ακυβερνησίας, δεδομένου ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα βρεθεί αντιμέτωπος με τη Δικαιοσύνη. Αν η παραπάνω ανάλυση γίνει με αυστηρά νομικά κριτήρια και όχι πολιτικά, το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν πολιτικές ευθύνες ή ενδείξεις θεσμικών δυσλειτουργιών, αλλά αν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις προσωπικής ποινικής εμπλοκής του Κυριάκου Μητσοτάκη σε πράξεις που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν κατηγορία ενώπιον Ειδικού Δικαστηρίου.

Στο επίπεδο των αντικειμενικών δεδομένων, υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που θα μπορούσαν να θεωρηθούν από μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία ως επαρκής βάση για περαιτέρω διερεύνηση.

Πρώτον, η ΕΥΠ υπήχθη απευθείας στον πρωθυπουργό, με νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης, αμέσως μετά τις εκλογές του 2019. Αυτό δεν δημιουργεί ποινική ευθύνη, δημιουργεί όμως μια ιδιαίτερη σχέση θεσμικής εποπτείας, που δυσχεραίνει την επίκληση πλήρους άγνοιας για σοβαρές επιχειρησιακές δραστηριότητες της υπηρεσίας.

Δεύτερον, η παρακολούθηση του τότε ευρωβουλευτή και μετέπειτα προέδρου του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκη αναγνωρίστηκε επισήμως ως πραγματικό γεγονός. Η κυβέρνηση αποδέχθηκε ότι η παρακολούθηση έγινε μέσω νόμιμης επισύνδεσης της ΕΥΠ, ενώ ακολούθησαν οι παραιτήσεις του διοικητή της ΕΥΠ και του γενικού γραμματέα του πρωθυπουργού. Οι παραιτήσεις αυτές δεν συνιστούν απόδειξη ενοχής, αποτελούν όμως γεγονός που θα μπορούσε να αξιολογηθεί ως ένδειξη ύπαρξης σοβαρού προβλήματος στη διοικητική αλυσίδα ευθύνης.

Τρίτον, οι διαπιστώσεις της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών σχετικά με μεγάλο αριθμό παρακολουθήσεων προσώπων δημοσίου ενδιαφέροντος έχουν ενισχύσει τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν ότι η υπόθεση δεν περιορίζεται σ’ ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά παρουσιάζει συστημικά χαρακτηριστικά.

Ωστόσο, εδώ αρχίζει η δυσκολία της νομικής θεμελίωσης.

Για να παραπεμφθεί ένας πρωθυπουργός σε Ειδικό Δικαστήριο, δεν αρκεί να αποδειχθεί ότι η υπηρεσία που υπαγόταν σε αυτόν πραγματοποίησε παρακολουθήσεις. Πρέπει να αποδειχθεί προσωπικός σύνδεσμος μεταξύ του ίδιου και της επίμαχης πράξης.

Η ελληνική ποινική θεωρία απορρίπτει την έννοια της αντικειμενικής ευθύνης. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί η θέση εξουσίας, αλλά θα πρέπει να αποδεικνύεται είτε ότι ο πρωθυπουργός έδωσε εντολή, είτε ότι γνώριζε και ενέκρινε, είτε ότι συνέβαλε ουσιωδώς στην τέλεση της πράξης.

Σήμερα, τουλάχιστον με βάση όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, δεν υπάρχει δημόσια διαθέσιμο αποδεικτικό στοιχείο που να καταδεικνύει ευθέως ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε εντολή παρακολούθησης συγκεκριμένων προσώπων ή ότι ενημερώθηκε για τις συγκεκριμένες επισυνδέσεις και τις ενέκρινε.

Από την άλλη πλευρά, όσοι υποστηρίζουν την ανάγκη παραπομπής επικαλούνται μια διαφορετική νομική θεωρία. Υποστηρίζουν ότι το εύρος των παρακολουθήσεων, η υπαγωγή της ΕΥΠ στον πρωθυπουργό, οι μεταγενέστερες νομοθετικές παρεμβάσεις στο καθεστώς ενημέρωσης των παρακολουθούμενων πολιτών και οι παραιτήσεις κορυφαίων συνεργατών του θα μπορούσαν να συγκροτήσουν ένα πλέγμα σοβαρών ενδείξεων που δικαιολογεί τουλάχιστον προκαταρκτική διερεύνηση από τη Βουλή.

Υπό αυτήν την προσέγγιση, η παραπομπή δεν θα στηριζόταν σε ήδη αποδεδειγμένη ενοχή, αλλά στην ανάγκη να διερευνηθεί αν υφίσταται ποινική ευθύνη.

Εδώ βρίσκεται και η ουσιώδης νομική διάκριση. Για τη σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής ή ακόμη και για την άσκηση δίωξης δεν απαιτείται πλήρης απόδειξη ενοχής. Αρκούν σοβαρές ενδείξεις. Για καταδίκη, όμως, από Ειδικό Δικαστήριο απαιτείται πλήρης δικανική πεποίθηση περί ενοχής.

Συνεπώς, αν το ερώτημα είναι εάν υπάρχουν σήμερα ισχυρές προϋποθέσεις για να ανοίξει διαδικασία κοινοβουλευκής διερεύνησης, η απάντηση είναι ότι υπάρχουν επιχειρήματα τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν πολιτικά και νομικά για να δικαιολογήσουν μια νέα προκαταρκτική εξέταση.

Αν, όμως, το ερώτημα είναι εάν υπάρχουν σήμερα δημοσίως γνωστά στοιχεία που να καθιστούν πιθανή μια τελική καταδίκη ή ακόμη και μια ασφαλή παραπομπή σε Ειδικό Δικαστήριο, η απάντηση είναι πιο επιφυλακτική. Μέχρι στιγμής δεν έχει δημοσιοποιηθεί αποδεικτικό υλικό που να συνδέει άμεσα τον πρωθυπουργό με εντολές, εγκρίσεις ή γνώση συγκεκριμένων παρακολουθήσεων. Αυτό αποτελεί το βασικό νομικό εμπόδιο για οποιαδήποτε μελλοντική ποινική διαδικασία.

Με καθαρά νομικούς όρους, λοιπόν, μπορεί να υποστηριχθεί ότι υπάρχουν ενδείξεις που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν περαιτέρω έρευνα και ενδεχομένως κοινοβουλευτική διερεύνηση, αλλά δεν είναι εξίσου σαφές ότι υπάρχουν σήμερα οι αποδείξεις που θα καθιστούσαν ισχυρή και ώριμη μια υπόθεση παραπομπής και καταδίκης ενώπιον Ειδικού Δικαστηρίου. Η απόσταση ανάμεσα στις «σοβαρές ενδείξεις» και στην «ποινικά αποδεδειγμένη ευθύνη» παραμένει νομικά σημαντική.

*Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας και έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Παντείου, Πάντοβας, Μιλάνου και Ρώμης. Έχει γράψει 15 βιβλία στα ελληνικά και στα ιταλικά και έχει αρθρογραφήσει σε ελληνικά και ιταλικά έντυπα. Υπήρξε μέλος του Istituto di Politica, Perugia και επίσης μέλος της Accademia Adriatica di Filosofia «Italia Nuova».

ΤΟ ΠΑΡΟΝ