Ω! ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ ΜΕΓΑΛΗ, ΑΠ’ ΕΔΩ ΠΑΝΕ ΚΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ
Στήν σκάλα τής ανηφοριάς είναι πολλά τ’ «αγκάθια» φίδια, ανυπολόγιστα καί σάπια κατακάθια.
Στήν σκάλα τής ανηφοριάς είναι πολλά τ’ «αγκάθια» φίδια, ανυπολόγιστα καί σάπια κατακάθια.
Οι Ταυρομάχοι πάνοπλοι μέ τό σπαθί στό χέρι τούς ανοήτους θέλουνε είς τών αυτών ασκέρι.
Ο Έλλην ώς ατσούμπαλος –θεότρελος συνάμα– σέ κοροϊδεύει συνεχώς μέ προσευχές καί κλάμα.
Έρχονται πάλι κεραυνοί στήν Χώρα τήν μοιραία σύννεφα αρμενίζουνε περήφανα κι ωραία.
Τό πανηγύρι άρχισε είναι γιορτή μεγάλη παίζουν τά όργανα βαριά – ίδια τά ίδια πάλι.
Μία πατάτα κύλησε κι έπεσε στό χαντάκι ο κόσμος γύρω σιωπηλός καί γύρω γύρω δράκοι.
Δέν ήταν βλάκας ο βοσκός ήτανε υπηρέτης σ’ ένα παλάτι αρχοντικό καί πολλαπλώς ικέτης.
Πήγα μιά μέρα στό Δαφνί καί χτύπησα τήν πόρτα καί νά σου ο θυροφύλακας μέ βρώμικα τά χνώτα.
Καί ξαφνικά ξημέρωσε καί άλλαξε η φύση τά σύννεφα σκουριάσανε σ’ ανατολή καί δύση.
Βρέ, πώς αλλάζουν οι καιροί πώς γίναν Κολλητήρια, στούς άφιλους νά κάνουμε τούς δούλους καί χατίρια.
Στο χωρίο Γαητάνι Εβουλήθηκε να κάνη Ο Παπάς Γκλαβάς Ματθαίος Ωσάν άνθρωπος σπουδαίος
Οι λιμουζίνες έφταναν μαζί κι οι επιβάτες λιμοκοντόροι πλούσιοι τού όχλου αναβάτες.
Η χορωδία συνεχώς άδει κι όμως φαλτσάρει, τό μέλλον πάει περίπατο σέ καϊκιού αμπάρι.
Ήταν βαριά η συννεφιά καί βάρβαρο τό κρύο καλύτερα νά πήγαινα μιά εκδρομή στό Ρίο.
Ο γείτονας ήταν εκεί πιο πέρα ο ζητιάνος πίσω από τά κάγκελα ένας γνωστός ρουφιάνος.