ΠΑΝΩ ΟΙ ΓΚΛΙΤΣΕΣ, ΚΑΤΩ… ΟΙ ΓΛΙΤΣΕΣ
Τά παιδιά τής υπακοής δέν πήγανε σχολείο τήν Χώρα του ορκίστηκαν νά κάνουν μαυσωλείο.
Τά παιδιά τής υπακοής δέν πήγανε σχολείο τήν Χώρα του ορκίστηκαν νά κάνουν μαυσωλείο.
Οι μάγισσες τό κράξανε καί η αλήθεια βγαίνει τ’ άκουσες, Αγαμέμνονα κι εσύ, Κυρα-Ελένη;
Τά παραμύθια από παιδί σ’ Ανατολή τά είχα, ήτανε όλα δροσερά, φάρμακο γιά τόν βήχα.
Ναί καλέ μου Αυγερινέ κάψαμε τά κοστούμια σιγά, σιγά αλλάζουμε γινόμαστε μιά μούμια.
Ήταν εχτές στήν αγορά μαζί μ’ ένα σκυλάκι είχε λουράκι από χρυσό καί τό ’λεγε Μαγκάκι.
Είναι οι μέρες τής χαράς καί τής αδελφοσύνης περνάμε ώς εξόριστοι παίδες ελεημοσύνης.
Άν ήμαστε όλοι ναυτικοί θά είχαμε πυξίδα, τό πλοίο πού μπαρκάραμε χίλιες φορές τό είδα
Περνάμε δύσκολους καιρούς προβλήματα ουρλιάζουν στάχτες αχνίζουνε παντού καί μάστιγες καλπάζουν.
Η νύχτα ήταν σιωπηλή μονάχα κάτι σκύλοι στήν ησυχία έδιναν ένα γερό σκαμπίλι.
Από μικρός –ταξιδευτής– είχα στά όνειρά μου νά δώ Παρίσια Γαλλικά καί άλλα πιό κοντά μου
Στήν κάψα τού καλοκαιριού τό χιόνι μάς ραντίζει, όμως ο διάολος ορμά καί μέ πυρσούς φροντίζει...
Ήτανε γέρος κι άκληρος καί πλήρωνε τά πάντα τό Κράτος τόν αγνόησε τόν πέταξε στήν πάντα.
Ο Γέρος κοίταζε ψηλά έλεγε, προσευχόταν λές καί από τόν ουρανό κάποιος θά τού ερχόταν.
Ο αμαξάς πάντα εκεί κι η άμαξα γεμάτη αυτόν τόν έλεγαν σκορπιό κι εμέ ζαχαροπλάστη.
Μές τόν γαλάζιο ουρανό τά σύννεφα πυκνώνουν μόνο οί πέτρες σώζονται οί άνθρωποι; πληρώνουν.