ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΤΑ ΦΟΒΑΜΑΙ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΠΑΜΕ
Μέσα στό γλυκοχάραμα πού σβήνει η Σελήνη σκέφτομαι καί τά ρούχα μου ρέ, ποιός θά μού τά πλύνει.
Μέσα στό γλυκοχάραμα πού σβήνει η Σελήνη σκέφτομαι καί τά ρούχα μου ρέ, ποιός θά μού τά πλύνει.
Όλα τά έχει η Μαριορή τώρα εντός γηπέδου γίνεται κόρη τής μαϊμούς κι αχρείου επιπέδου.
Ακόμα καί τ’ αγάλματα έχουν ψυχή καί λένε τί βλέπουνε τριγύρω τους -λοστρόμε, δένε, δένε.
Δώσε μου φίλε μιά κλωτσιά μήπως καί ησυχάσω γιατί μέσα στόν ύπνο μου μέ όνειρα μήν σκάσω.
Ο Γιάννης θεωρήθηκε ώς σύμβολο Ελλάδος καί πάντα, πάντα ρώταγε τί είναι η λέξη κάδος.
Ο Καραγκιόζης σύμβολο φτώχειας καί πονηρίας πήρε μεγάλη απόφαση καί είπε μιάς Κυρίας:
Απόψε έχω πυρετό δέν ξέρω τί θά γίνει μοιάζει τό κεφαλάκι μου σάν πήλινο λαγήνι.
Τά ίδια πάντα Μαριγώ τίποτα δέν αλλάζει ο γείτονας ναυτολογεί καί μ’ όλους κάνει χάζι.
Χάλασε πάλι ο καιρός έρχεται καταιγίδα κλείσετε τά παράθυρα μέ πολλαπλή φροντίδα.
Μέ τήν βροχή δέν πλένεται τό αίμα περιόδου, έμπα στό μπάνιο σου Λαέ στήν Χώρα τής προόδου.
Βαρύς βοριάς εφύσαγε κατά τά πάνω μέρη ίσως νά ’ταν μεσάνυχτα μπορεί καί μεσημέρι.
Σέ μιά παράγκα ξύλινη βίωνε μιά φαμίλια γιά δέ παράθυρο, πού λές είχανε μία γρίλια.
Κοιμάσαι Μεγαλέξανδρε οι τάφοι δέν τελειώνουν θέλουνε κι άλλα οικόπεδα πάλι νά τούς απλώνουν.
Μέσα στήν μαύρη ερημιά πού σήπονται τά πάντα έξ ουρανών ακούγεται κάποιου Θεού η μπάντα.
Του Μιχάλη Φιοράντε Μύριζε μοσχολίβανο η κάμαρα καί γύρω ένας τυφώνας έσβηνε τής ευωδιάς τό μύρο. ••• Μπροστά…