H εικόνα της ελληνικής οικονομίας το οκτάμηνο Ιανουαρίου – Αυγούστου του 2026 δεν αποτυπώνεται μόνο στους ψυχρούς αριθμούς των προϋπολογισμών, αλλά κυρίως στην καθημερινή επιβίωση των νοικοκυριών. Τα οριστικά στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού, τα οποία δημοσιοποίησε το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, φέρνουν στην επιφάνεια μια πικρή αλήθεια που οι πολίτες βιώνουν κάθε φορά που περνούν την πόρτα ενός σούπερ μάρκετ.

Από το συνολικό ποσό των 49,481 δισ. ευρώ που εισέρρευσαν στα δημόσια ταμεία ως φορολογικά έσοδα, τα 20,544 δισ. προήλθαν απευθείας από τις εισπράξεις του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας.
Πρόκειται για ένα δυσθεώρητο 41,5% του συνόλου, το οποίο αναδεικνύει τον ΦΠΑ ως τον βασικό και πλέον αδίστακτο αιμοδότη του κράτους, μετατρέποντας τον καθημερινό αγώνα της κοινωνίας σε μια διαρκή και ασταμάτητη αφαίμαξη.
Το πλέον εξοργιστικό στοιχείο αυτής της δημοσιονομικής πραγματικότητας έγκειται στην πηγή αυτής της υπεραπόδοσης.
Η εντυπωσιακή υπέρβαση των εσόδων από τον ΦΠΑ κατά 905 εκατ. ευρώ έναντι του αρχικού στόχου δεν οφείλεται σε κάποια αύξηση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών ή σε πραγματική οικονομική ευημερία.
Αντίθετα, είναι το απευθείας προϊόν των ανεξέλεγκτων πληθωριστικών πιέσεων και της κατακόρυφης αύξησης των τιμών σε βασικά αγαθά πρώτης ανάγκης.
Το κράτος, ουσιαστικά, θησαυρίζει πάνω στην ακρίβεια που γονατίζει τα νοικοκυριά. Όσο ακριβότερα είναι τα είδη πρώτης ανάγκης, τόσο περισσότερα χρήματα εισπράττει το δημόσιο ταμείο, διογκώνοντας τα έσοδά του στις πλάτες εκείνων που αδυνατούν να καλύψουν ακόμη και τα στοιχειώδη.
Αυτή η εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους συνιστά μία από τις πιο άδικες μορφές φορολόγησης, καθώς ο ΦΠΑ πλήττει οριζόντια και δυσανάλογα τα χαμηλότερα και μεσαία στρώματα.
Ένας χαμηλοσυνταξιούχος ή ένας μισθωτός των 800 ευρώ καταβάλλει τον ίδιο ακριβώς φόρο για ένα λίτρο γάλα με έναν ευκατάστατο πολίτη, διαθέτοντας όμως ένα τεράστιο ποσοστό του πενιχρού εισοδήματός του μόνο για τη φορολογία των βασικών αναγκών. Την ίδια στιγμή που οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα παραμένουν από τους υψηλότερους στην Ευρώπη, η κυβερνητική τακτική επιλέγει να διατηρεί αυτό το καθεστώς άμεσης αφαίμαξης, ανακυκλώνοντας ένα ελάχιστο μέρος των υπερεσόδων μέσα από μια πολιτική επιδομάτων και «passes».
Πρόκειται για ένα ιδιότυπο οικονομικό παιχνίδι, όπου η κυβέρνηση αφαιρεί δισεκατομμύρια από τη μία τσέπη των πολιτών, μέσω της ακρίβειας και του ΦΠΑ, για να επιστρέψει ψίχουλα στην άλλη τσέπη, με τη μορφή ευκαιριακών βοηθημάτων.
Αυτός ο μηχανισμός, πέρα από το ότι δεν προσφέρει καμιά ουσιαστική ή βιώσιμη λύση στο πρόβλημα της φτώχειας, εξυπηρετεί ξεκάθαρα σκοπούς πολιτικής ομηρίας και ψηφοθηρίας. Η κοινωνία, όμως, δεν χρειάζεται ελεημοσύνη από τα δικά της, ήδη φορολογημένα χρήματα, αλλά διαφορετικό μείγμα πολιτικής, που θα έχει μόνιμα χαρακτηριστικά.