Ν. Κογιουμτσής στο “Π”: Η κοινωνία σε πίεση, η αγορά σε αναμονή

Ν. Κογιουμτσής στο “Π”: Η κοινωνία σε πίεση, η αγορά σε αναμονή

Του
ΝΙΚΟΥ ΚΟΓΙΟΥΜΤΣΗ
Αντιπροέδρου Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών,
Αντιπροέδρου Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών


Σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία παρουσιάζεται ως σταθεροποιημένη, η πραγματικότητα που βιώνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις λέει μια διαφορετική ιστορία. Η κοινωνία πιέζεται, η αγορά ασθμαίνει και η απόσταση ανάμεσα στους αριθμούς και στην καθημερινότητα μεγαλώνει επικίνδυνα.

Η ανάγκη στήριξης της κοινωνίας δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό αίτημα, είναι προϋπόθεση για να σταθεί όρθια και η ίδια η οικονομία. Όταν το διαθέσιμο εισόδημα εξανεμίζεται πριν τελειώσει ο μήνας, όταν βασικές ανάγκες μετατρέπονται σε πολυτέλεια, καμία αναπτυξιακή αφήγηση δεν μπορεί να πείσει.

Η ακρίβεια σε τρόφιμα, ενοίκια και καύσιμα έχει διαμορφώσει ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τα νοικοκυριά. Η αγοραστική δύναμη έχει μειωθεί αισθητά και η κατανάλωση περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: Λιγότερη κατανάλωση σημαίνει λιγότερος τζίρος για τις επιχειρήσεις, άρα λιγότερες δυνατότητες ανάπτυξης και επενδύσεων.

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της πίεσης. Από τη μία πλευρά αντιμετωπίζουν τη μείωση της ζήτησης και από την άλλη την αύξηση του λειτουργικού κόστους. Ενέργεια, μεταφορές, πρώτες ύλες, όλα κινούνται ανοδικά, συρρικνώνοντας τα περιθώρια κέρδους. Για πολλές επιχειρήσεις η επιβίωση έχει γίνει καθημερινός αγώνας.

Σαν να μην έφταναν αυτά, το διεθνές περιβάλλον προσθέτει νέες αβεβαιότητες. Ο συνεχιζόμενος πόλεμος στη Μέση Ανατολή επηρεάζει άμεσα τις τιμές της ενέργειας και των καυσίμων, ενώ εντείνει τη γεωπολιτική αστάθεια. Οι επιπτώσεις αυτές μεταφέρονται γρήγορα στην πραγματική οικονομία, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο επιχειρήσεις και καταναλωτές.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο ρόλος του τραπεζικού συστήματος θα έπρεπε να είναι καθοριστικός. Ωστόσο, η πρόσβαση στη χρηματοδότηση παραμένει από περιορισμένη έως ανύπαρκτη για τη μεγάλη πλειονότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Τα αυστηρά κριτήρια, οι εξασφαλίσεις που απαιτούνται και οι χρονοβόρες διαδικασίες λειτουργούν αποτρεπτικά.

Και όχι μόνο αυτό. Οι τραπεζικές χρεώσεις παραμένουν υψηλές, επιβαρύνοντας περαιτέρω τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Από τις απλές συναλλαγές μέχρι τις βασικές υπηρεσίες, το κόστος αυξάνεται, δημιουργώντας ένα επιπλέον βάρος σε μια ήδη πιεσμένη αγορά.

Την ίδια στιγμή, το τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να επωφελείται από ευνοϊκές ρυθμίσεις, όπως ο αναβαλλόμενος φόρος, ενώ καταγράφει κερδοφορία που του επιτρέπει να διανέμει μερίσματα στους μετόχους. Η αντίφαση είναι εμφανής: Την ώρα που η πραγματική οικονομία στενάζει, οι βασικοί πυλώνες χρηματοδότησής της δεν επιστρέφουν αντίστοιχη στήριξη.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό, είναι ζήτημα ισορροπίας και προτεραιοτήτων.

Η στήριξη της αγοράς δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς στήριξη της κοινωνίας. Όσο τα νοικοκυριά πιέζονται τόσο η αγορά θα υποχωρεί. Και όσο η αγορά ασφυκτιά τόσο θα περιορίζονται οι δυνατότητες για ανάπτυξη και απασχόληση.

Απαιτούνται στοχευμένες παρεμβάσεις. Η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, η αντιμετώπιση της ακρίβειας και η μείωση των έμμεσων επιβαρύνσεων είναι κρίσιμες προϋποθέσεις για την ανάκαμψη της κατανάλωσης. Παράλληλα, χρειάζεται ουσιαστική διευκόλυνση της πρόσβασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση, με πιο ευέλικτα εργαλεία και λιγότερη γραφειοκρατία.

Εξίσου σημαντικός είναι ο εξορθολογισμός των τραπεζικών χρεώσεων και η ενίσχυση της διαφάνειας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Δεν μπορεί η οικονομία να στηρίζεται σε έναν μηχανισμό που λειτουργεί επιλεκτικά, αποκλείοντας εκείνους που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη.

Η συγκυρία είναι κρίσιμη. Οι διεθνείς εξελίξεις, η ενεργειακή αστάθεια και οι εσωτερικές ανισορροπίες δημιουργούν ένα εύθραυστο περιβάλλον. Σε αυτό το πλαίσιο, η απουσία ουσιαστικών παρεμβάσεων δεν είναι απλώς αδυναμία, είναι ρίσκο.

Αν δεν υπάρξει άμεσα μια πιο δίκαιη και ισορροπημένη προσέγγιση, η πίεση που σήμερα βιώνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις θα μετατραπεί σε βαθύτερη κρίση. Και τότε το κόστος δεν θα είναι μόνο οικονομικό αλλά και κοινωνικό.

Γιατί, τελικά, μια οικονομία δεν μπορεί να ευημερεί όταν η κοινωνία στενάζει.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ