Γ. Μουλκιώτης: Η κυβέρνηση ψάχνει για συγγνώμες και οι πολίτες πληρώνουν τον λογαριασμό…

Γ. Μουλκιώτης: Η κυβέρνηση ψάχνει για συγγνώμες και οι πολίτες πληρώνουν τον λογαριασμό…

Του
ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΟΥΛΚΙΩΤΗ
Βουλευτή ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ Βοιωτίας,
Τομεάρχη Προστασίας του Πολίτη


Τις τελευταίες ημέρες, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από ένα ερώτημα: Ποιος οφείλει να ζητήσει συγγνώμη για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ; Είναι, όμως, αυτό το πραγματικό διακύβευμα; Ή μήπως η κυβέρνηση επιχειρεί, για ακόμα μία φορά, να μετατοπίσει τη συζήτηση από την ουσία των πολιτικών ευθυνών σε μια βολική επικοινωνιακή αντιπαράθεση;

Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις κακοδιαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων των τελευταίων ετών. Εκατομμύρια ανύπαρκτα ζώα, πλασματικές εκτάσεις, παράνομες επιδοτήσεις, έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οικονομικές συνέπειες για τη χώρα και πρωτοφανής δυσφήμιση της ελληνικής αγροτικής πολιτικής. Αυτά είναι τα πραγματικά δεδομένα. Και απέναντι σε αυτά, η κυβέρνηση, αντί να δώσει πειστικές απαντήσεις, επιλέγει να αναζητά πολιτικούς αντιπερισπασμούς και να εμφανίζει ως μείζον ζήτημα το ποιος δικαιώθηκε επικοινωνιακά.

Όμως, η πολιτική δεν κρίνεται στα τηλεοπτικά πάνελ. Κρίνεται από τα αποτελέσματά της.

Οι πραγματικοί αγρότες και κτηνοτρόφοι δεν ενδιαφέρονται για το ποιος θα ανταλλάξει βαρύτερους χαρακτηρισμούς. Ενδιαφέρονται γιατί ένα σύστημα που όφειλε να προστατεύει τους έντιμους παραγωγούς λειτούργησε με τρόπο που επέτρεψε να ευνοηθούν οι λίγοι εις βάρος των πολλών. Ενδιαφέρονται γιατί η χώρα εκτίθεται διεθνώς και γιατί οι ευρωπαϊκοί πόροι, που θα έπρεπε να στηρίζουν την πραγματική παραγωγή, μετατράπηκαν σε πεδίο πελατειακών εξυπηρετήσεων και πολιτικών εξαρτήσεων.

Ακόμη πιο ανησυχητικό, όμως, είναι το ότι η κυβέρνηση δείχνει να αντιμετωπίζει αυτήν την υπόθεση ως μία ακόμη επικοινωνιακή κρίση που θα ξεπεραστεί με αντιπαραθέσεις, συμψηφισμούς και αλλαγή της ατζέντας. Είναι μια γνώριμη συνταγή. Αντί για ανάληψη πολιτικής ευθύνης, αναζητούνται διαρκώς άλλοι ένοχοι. Αντί για αυτοκριτική, επιλέγεται η επίθεση στην αντιπολίτευση.

Και, τελικά, η κυβέρνηση επιχειρεί να δικάσει όσους αποκάλυψαν το σκάνδαλο, αντί να λογοδοτήσει για το ίδιο το σκάνδαλο, που εκτυλίχθηκε την περίοδο διακυβέρνησής της. Αντί για ουσιαστικές απαντήσεις, επιχειρείται η δημιουργία θορύβου, ώστε η δημόσια συζήτηση να απομακρυνθεί από το πραγματικό ερώτημα: Πώς λειτούργησε ένας μηχανισμός που εξέθεσε τη χώρα και ζημίωσε τους πραγματικούς δικαιούχους των ευρωπαϊκών ενισχύσεων;

Αυτό, όμως, δεν αποτελεί διακυβέρνηση. Αποτελεί επιλογή διαχείρισης του πολιτικού κόστους.

Η κοινωνία, όμως, δεν ζητά επικοινωνιακή διαχείριση. Ζητά αλήθεια. Ζητά λογοδοσία. Ζητά εγγυήσεις ότι όσα αποκαλύφθηκαν δεν θα επαναληφθούν. Ζητά να προστατευθεί το δημόσιο χρήμα και να αποκατασταθεί η αξιοπιστία της χώρας απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και, κυρίως, απέναντι στους ίδιους τους έλληνες πολίτες.

Γιατί ο λογαριασμός είναι πραγματικός.

Τον πληρώνει ο αγρότης που βλέπει να απαξιώνεται η δουλειά του. Τον πληρώνει ο φορολογούμενος που επιβαρύνεται από τις συνέπειες της κακοδιοίκησης. Τον πληρώνει η χώρα όταν χάνει κύρος και αξιοπιστία στην Ευρώπη. Δεν τον πληρώνουν όσοι σήμερα επιλέγουν να μετατρέπουν ένα τόσο σοβαρό ζήτημα σε επικοινωνιακή αντιπαράθεση.

Η συγγνώμη έχει αξία όταν συνοδεύεται από πράξεις. Χωρίς ανάληψη ευθύνης, χωρίς ουσιαστικές αλλαγές και χωρίς πλήρη διαλεύκανση κάθε πτυχής της υπόθεσης, παραμένει μια λέξη που εξυπηρετεί την επικαιρότητα αλλά δεν υπηρετεί τη δημοκρατία.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη μία απόπειρα επικοινωνιακής διαφυγής. Χρειάζεται πολιτική ευθύνη, διαφάνεια και αποφασιστικότητα απέναντι σε κάθε μηχανισμό που διαχειρίζεται το δημόσιο χρήμα ως κομματικό λάφυρο.

Γιατί όταν η κυβέρνηση επιλέγει να απαιτεί τις συγγνώμες, αντί για τις ευθύνες, εκείνοι που πληρώνουν τον λογαριασμό είναι πάντοτε οι πολίτες.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ