
Η Ελλάδα… διώχνει τα παιδιά της
–Μεγάλη έρευνα της Prorata αποκαλύπτει τους λόγους που οι νέοι φεύγουν από τη χώρα αλλά και αποθαρρύνονται να επιστρέψουν
Μπορεί ο Ελληνισμός να συρρικνώνεται επικίνδυνα λόγω του Δημογραφικού, μπορεί ο πληθυσμός των Ελλήνων που ζουν σε αυτήν τη χώρα να μειώνεται διαρκώς, και βάσει εμπεριστατωμένων μελετών σε μερικά χρόνια θα είμαστε μειοψηφία στον τόπο μας, αλλά αυτό δεν φαίνεται να συγκινεί τους κατά καιρούς κυβερνώντες, οι οποίοι δεν κάνουν τίποτα για να αντιστρέψουν το κλίμα και να ανατρέψουν την κατάσταση. Έτσι, δεν φτάνει που δεν κάνουν σχεδόν τίποτα για να περιορίσουν την έκταση του δημογραφικού προβλήματος, αλλά δεν κάνουν και τίποτα για να ανακόψουν τη φυγή των νέων προς το εξωτερικό, που παρατηρείται τα τελευταία δέκα χρόνια.
Τα ευρήματα της έρευνας προκαλούν έντονο προβληματισμό
Οι αιτίες που φεύγουν οι νέοι και δεν ξανάρχονται είναι πολλές, αλλά, τελευταία, σε μια μεγάλη έρευνα που έγινε σε νέους από 17 έως 35 ετών, μίλησαν οι ίδιοι για το θέμα αυτό και εξήγησαν τους λόγους οι οποίοι τους αναγκάζουν να πάρουν των ομματιών τους…
Η έρευνα με τίτλο «Χαρτογραφώντας τη Νεολαία» πραγματοποιήθηκε από την εταιρεία PRORATA για λογαριασμό της Ομάδας της Αριστεράς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς και παρουσιάστηκε πρόσφατα σε ειδική εκδήλωση στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων.
Η έρευνα έγινε με τη μέθοδο της ποιοτικής διερεύνησης και αποτελεί τον καθρέφτη του τι σημαίνει να ζει σήμερα ένας νέος στην Ελλάδα. Γι’ αυτό και τα ευρήματα θα πρέπει να αξιολογηθούν και να αναλυθούν εξονυχιστικά από τους αρμόδιους. Είναι ίσως η πρώτη φορά που υπάρχουν τόσες πολλές πληροφορίες για ένα πρόβλημα, τις οποίες δίνουν εκείνοι που αποτελούν μέρος του προβλήματος ή είναι οι πρώτοι που υφίσταται τις συνέπειες του προβλήματος.
Το δείγμα της έρευνας ελήφθη από μεγάλο δείγμα νέων, που χωρίστηκαν σε τέσσερις ομάδες, αποτελούμενες από επτά ηλικιακές κατηγορίες 17 – 35 ετών η καθεμία, με ίση κατανομή ως προς το φύλο. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2025 και διαρθρώνεται σε πέντε θεματικές, που καλύπτουν από τα προβλήματα της καθημερινότητας, τη σχέση των νέων με την Ελλάδα και την Ευρώπη, την κουλτούρα και την πολιτική.
Οι συμμετέχοντες και οι συμμετέχουσες περιγράφουν μια καθημερινότητα που κυριαρχείται από την ακρίβεια, την επισφαλή ή χαμηλά αμειβόμενη εργασία, τη δυσκολία ανεξαρτητοποίησης από την οικογένεια, κυρίως λόγω της στεγαστικής κρίσης, τους ασφυκτικά πιεσμένους ρυθμούς ζωής. Ουσιαστικά, δηλαδή, οι νέοι σήμερα στην Ελλάδα, αντί να αναλώνονται στην ανάπτυξη σχέσεων, δεξιοτήτων, δεσμών, πειραματισμών και εξωστρέφειας, προσπαθούν να διαχειριστούν μια κρίση για την οποία δεν ευθύνονται και να εξηγήσουν πώς και γιατί την κληρονόμησαν.
«Οι νέοι δεν αισθάνονται παιδιά, αλλά ούτε και ‘‘ενήλικοι’’ με την πλήρη έννοια του όρου. Βρίσκονται στο μεταίχμιο μεταξύ της οικογένειας από την οποία προέρχονται και αυτής την οποία δημιουργούν οι ίδιοι», σημειώνουν οι ερευνητές. Η δυσκολία να διαβούν τα κατώφλια της ενηλικίωσης δεν είναι κάτι καινούργιο ούτε χαρακτηρίζει αποκλειστικά τη νεολαία της Ελλάδας σήμερα. Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι αυτές οι διαβάσεις μοιάζουν να έχουν μπλοκάρει, με νέα προβλήματα και άγχη να προστίθενται στα παλιά, δημιουργώντας έναν γόρδιο δεσμό.
Αυτόν τον δεσμό δεν μπορούν να κόψουν οι νέοι μας και αναζητούν μια καλύτερη τύχη στο εξωτερικό.
Γιατί σήμερα, πέρα από τα βασικά προβλήματα που προϋπήρχαν και ήταν η εξαιρετικά υψηλή νεανική ανεργία, οι καταρρακωμένοι μισθοί, η αδυναμία εύρεσης εργασίας στο αντικείμενο των σπουδών κ.λπ., έχει προστεθεί το εκρηκτικό πρόβλημα της έλλειψης προσιτής στέγης και των πανάκριβων ενοικίων, το υψηλό κόστος ζωής και η αίσθηση της κοινωνικής απομόνωσης, που έχει ενταθεί από την πανδημία και μετά.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Prorata, η ακούσια παραμονή σε μια υποτιθέμενη μεταβατική φάση που δεν λέει να τελειώσει ονομάζεται στη διεθνή βιβλιογραφία «Blocked Transitions». Οι ερευνητές περιγράφουν τις «μπλοκαρισμένες μεταβάσεις», ως μια κατάσταση «μεταξύ οικογενειακής εξάρτησης και αυτονομίας, παρατεταμένης εφηβείας και ενηλικίωσης και εργασιακών πισωγυρισμάτων».
Ενδεικτική της κατάστασης που αντιμετωπίζουν οι νέοι μας είναι η δήλωση μίας από τις συμμετέχουσες στην έρευνα, που ανέφερε με γλαφυρότατα και πόνο το αδιέξοδο που ζει. Χαρακτηριστικά ανέφερε:
«Οι γονείς μου ήταν στην ηλικία μου δεκαετία ’90 – αρχές 2000, οπότε ήταν προς το τέλος βέβαια, αλλά πολύ καλές εποχές ακόμα. Με τον πρώτο μισθό που είχαν πάρει μπορούσαν να πληρώσουν το ενοίκιο για τρεις μήνες και είχαν χρήματα ακόμα. Στην ηλικία μου η μητέρα μου με είχε 6 – 7 – 8 χρονών. Εγώ τι έχω; Τίποτα. Μένω μαζί τους, φιλοξενούμενη. Ας πούμε ότι δουλεύω. Αυτό. Δεν τίθεται λόγος ούτε για να κάνω οικογένεια ούτε για να μετακομίσω μόνη μου».
Στα παραπάνω λόγια αποτυπώνεται η δυσκολία των νέων να φύγουν από την οικογενειακή εστία, ακόμα και αν έχουν δουλειά. Mε βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, σχεδόν οι επτά στους δέκα ενήλικες νέους 18 – 34 ετών στην Ελλάδα μένουν με τους γονείς τους ή συνεισφέρουν / ωφελούνται από το οικογενειακό εισόδημα. Στις ηλικίες 20 – 24 ετών το ποσοστό όσων μένουν με τους γονείς τους είναι πάνω από 81%. Αντίστοιχα, πάνω από το 71% των νέων 25 – 29 ετών μένουν με τους γονείς τους. Πρόκειται για το τρίτο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, μετά την Κροατία και τη Σλοβακία, 30 ποσοστιαίες μονάδες πάνω τον μέσο όρο της ΕΕ.
Μιλάμε για μια γενιά που παίζει τον κόσμο στα δάχτυλά της, μέσω του internet και των social media, που μπορεί να μαθαίνει τα πάντα, να δημιουργήσει, να εξελιχθεί, που, όμως, όταν αποφασίσει να μείνει ή να γυρίσει πίσω στην Ελλάδα, δυσκολεύεται να φύγει από το παιδικό δωμάτιο ή να σταθεί στα πόδια της και να κάνει οικογένεια και υποχρεώνεται να χαμηλώνει τις προσδοκίες της και να κονταίνει τα όνειρά της.
«Η αντίφαση μεταξύ της επιταχυμένης κοινωνικής ωρίμανσης και της φρεναρισμένης κοινωνικής ενηλικίωσης μεταφράζεται σε διπλή πίεση», σχολιάζει η έρευνα της Prorata. Από τη μία οι νέοι γίνονται από νωρίς πιο κυνικοί. Όπως σημειώνεται, από τις αφηγήσεις των συμμετεχόντων «απουσιάζουν οι αναφορές σε αναζητήσεις, πειραματισμούς, ταξίδια, συλλογή εμπειριών», ό,τι δηλαδή χαρακτηρίζει παραδοσιακά τη νεότητα.
Από την άλλη, «όσο περνούν τα χρόνια, ο φόβος της παραμονής στη νεότητα εντείνεται: η αίσθηση πως ταυτόχρονα μεγαλώνουν αλλά αδυνατούν να αλλάξουν φάση ζωής δημιουργεί αισθήματα κοινωνικής ντροπής, ματαίωσης και μοναξιάς».
Ας δούμε τώρα επιγραμματικά τι αντιμετωπίζουν οι νέοι μέχρι 34 ετών στη χώρα μας, σύμφωνα με όσα είπαν οι ίδιοι:
– Το 17% εργάζεται με προσωρινές – ευκαιριακές συμβάσεις ή χωρίς σύμβαση.
– Το 29% δηλώνει ότι οι απολαβές του δεν επαρκούν για την κάλυψη βασικών αναγκών.
– Το 45% δουλεύει περισσότερες ώρες από τις συμφωνημένες και δεν αμείβεται γι’ αυτές.
– Το 92% θεωρεί ότι οι μισθοί στην Ελλάδα είναι χαμηλοί.
– Το 71% εκτιμάει ότι ο μισθός θα αυξηθεί ελάχιστα ή καθόλου τα επόμενα τρία χρόνια.
– Το 48% δηλώνει δυσαρέσκεια για τον χρόνο εργασίας.
– Το 65% δέχεται οικονομική βοήθεια από το οικείο περιβάλλον (γονείς, γιαγιάδες κ.λπ.).
– Το 44% αισθάνεται λίγο ή καθόλου ευχαριστημένο από τη ζωή του.
– Το 31% αισθάνεται αρκετά ή πολύ σίγουρο ότι τα πράγματα στο μέλλον θα πάνε καλά ή πολύ καλά.
– Το 57% δυσκολεύεται πολλές ή τις περισσότερες φορές να ανταποκριθεί σε πάγιες οικονομικές υποχρεώσεις.
Συμπερασματικά, όταν οι μισοί περίπου νέοι ενός τόπου δεν είναι ευχαριστημένοι από τη ζωή τους ή αισθάνονται ότι γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους εργοδότες, που τους βάζουν να δουλεύουν περισσότερο και τους πληρώνουν λιγότερο, και όταν περίπου τα δύο τρίτα των νέων χρειάζονται το χαρτζιλίκι των γονιών ή την οικογενειακή στέγη για να τα φέρουν βόλτα, αυτός ο τόπος δεν έχει μέλλον. Βρίσκεται σε αποσύνθεση, και δεν το ξέρει…