
Γ. Κωνσταντόπουλος στο “Π”: Εθνικός Κλιματικός Νόμος: Ένα βαρύ φορτίο για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Του
ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
Μέλους του ΔΣ του ΒΕΠ και του ΣΒΑΠ
Σε μια εποχή που οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις δίνουν καθημερινή μάχη επιβίωσης απέναντι στα υψηλότερα τιμολόγια ρεύματος στην Ευρώπη, τον αδυσώπητο πληθωρισμό και την ατελείωτη γραφειοκρατία, ο Εθνικός Κλιματικός Νόμος (ν. 4936/2022, ΦΕΚ Α’ 105/27.5.2022) έρχεται να προσθέσει νέα, δυσβάσταχτα βάρη, κάνοντας την κατάσταση ακόμα πιο ασφυκτική.
Παρουσιάζεται επίσημα ως «δρόμος προς την κλιματική ουδετερότητα έως το 2050», με υπερφιλόδοξους εθνικούς στόχους μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά 55% έως το 2030 και 80% έως το 2040 (σε σχέση με τα επίπεδα του 1990), ενσωματώνοντας τις ευρωπαϊκές πολιτικές και τα Εθνικά Σχέδια για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ). Ωστόσο, στην πράξη λειτουργεί ως τροχοπέδη για την εθνική οικονομία, επιβάλλοντας αυστηρούς τομεακούς στόχους και υποχρεωτικές ετήσιες εκθέσεις CO₂ (μέσω των άρθρων 19 και 20), πιέζοντας βιομηχανίες, βιοτεχνίες και ΜΜΕ να επενδύσουν άμεσα σε μετρήσεις, εξοικονόμηση ενέργειας και ΑΠΕ – χωρίς επαρκή κίνητρα, επιδοτήσεις ή μεταβατικές ρυθμίσεις, σε πλήρη αντίθεση με την ενεργειακή κρίση που μαστίζει την Ελλάδα από το 2022 και συνεχίζεται.
Πολλές μικρές επιχειρήσεις, Α1 και Α2 περιβαλλοντικής κατηγορίας (σύμφωνα με τον ν. 4014/2011), οφείλουν να αναφέρουν τις εκπομπές τους από το 2019 και μετά, χρησιμοποιώντας ειδικό πρότυπο Excel του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ), με ασφυκτικές προθεσμίες από το νέο έτος. Οι διαδικασίες και οι στόχοι απαιτούν ακόμα και ανεξάρτητες τεχνικές επαληθεύσεις και αυτό που οι ειδικοί παρουσιάζουν ως «απλό Excel» γίνεται εφιάλτης: Εκτιμώμενο κόστος 5.000 – 20.000 ευρώ ετησίως ανά επιχείρηση για μετρήσεις, συμβούλους, νέους μετρητές και επενδύσεις σε εξοικονόμηση ενέργειας, προκειμένου να μην υπερβούν τους τομεακούς τους στόχους, όπως τη μείωση 30% από τη βάση, το έτος 2019.
Πέραν των οικονομικών επιβαρύνσεων η μη συμμόρφωση με έναν «δίκαιο κλιματικό νόμο» επισύρει κυρώσεις, σκληρά πρόστιμα 100 ευρώ για κάθε μέρα καθυστέρησης υποβολής της ετήσιας έκθεσης. Επιπλέον, οι υπερβάσεις των στόχων μείωσης εκπομπών οδηγούν σε πρόσθετα διοικητικά πρόστιμα (έως 0,5% του ετήσιου κύκλου εργασιών, με ελάχιστο συχνά 10.000 ευρώ), υποχρεωτικά μέτρα διόρθωσης, επαναξιολογήσεις υπολογισμών άνθρακα, εντατικούς ελέγχους από το ΥΠΕΝ και τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, ακόμα και ποινικές κυρώσεις. Μικρές επιχειρήσεις χωρίς τμήμα περιβάλλοντος θα δαπανήσουν ατελείωτες ώρες σε εκτιμήσεις δεδομένων περιβάλλοντος (π.χ. από το 2019 έως το 2023) και κοστοβόρες επαληθεύσεις, ενώ σε εποχή ενεργειακής κρίσης αυτός ο νόμος μοιάζει με επιπλέον φόρο – αναρωτιόμαστε πού είναι τα κίνητρα, οι επιδοτήσεις ή οι ελαφρύνσεις για να μην κλείσουν οι τελευταίες μονάδες μεταποίησης στη χώρα.
Μια κραυγή για ρεαλισμό και αλλαγές. Ο νόμος αγνοεί πλήρως την ελληνική πραγματικότητα, καθώς το 90% των επιχειρήσεων είναι ΜΜΕ χωρίς πόρους, εξειδικευμένο προσωπικό ή χρόνο για τέτοια γραφειοκρατία, ενώ η εφαρμογή ξεκινά στη χειρότερη δυνατή συγκυρία, εν μέσω οικονομικής πίεσης. Αντί για τιμωρίες και πρόσθετα μέτρα, χρειαζόμαστε άμεση απλοποίηση διαδικασιών, δωρεάν εκπαίδευση (πέρα από τα περιορισμένα σεμινάρια), παράταση προθεσμιών και στοχευμένες επιδοτήσεις για πράσινες επενδύσεις και πληρωμή εξειδικευμένων συμβούλων. Οι επιχειρήσεις δεν είναι εχθροί του κλίματος, είναι η ραχοκοκαλιά της οικονομίας μας, αφού δημιουργούν χιλιάδες θέσεις εργασίας. Χωρίς ριζικές αλλαγές, ο «πράσινος νόμος» κινδυνεύει να γίνει μαύρη τρύπα για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Οι πολίτες και οι επιχειρήσεις αξίζουν καλύτερη ενημέρωση και προστασία. Ας απαιτήσουμε ρεαλισμό τώρα.