Γ. Χατζηθεοδοσίου στο “Π”: Ο σεβασμός στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη και ο πολιτικός θόρυβος, που δεν χρειαζόταν

Γ. Χατζηθεοδοσίου στο “Π”: Ο σεβασμός στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη και ο πολιτικός θόρυβος, που δεν χρειαζόταν

Του
ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΤΖΗΘΕΟΔΟΣΙΟΥ
Προέδρου ΕΕΑ,
Επίτιμου Διδάκτορος ΠΑΠΕΙ και Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών


Κανείς δεν μπορεί –ούτε και πρέπει– να αμφισβητήσει ότι ο χώρος του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη απαιτεί τον απόλυτο σεβασμό όλων μας. Είναι ένα σημείο ιερό, αφιερωμένο σε εκείνους που έδωσαν τη ζωή τους στα πεδία των μαχών, για να μπορούμε εμείς σήμερα να ζούμε ελεύθεροι και να απολαμβάνουμε τα δικαιώματα που μας χάρισαν με τη θυσία τους. Οποιαδήποτε προσέγγιση αυτού του ζητήματος με κομματικούς ή επικοινωνιακούς όρους είναι, τουλάχιστον, άτοπη.

Αυτό που προκαλεί εντύπωση, ωστόσο, είναι πως για τη φροντίδα και προστασία του Μνημείου υπήρχε ήδη νομικό πλαίσιο. Οι διαδικασίες για την καθαριότητα, τη συντήρηση και τη διαχείριση του χώρου ήταν γνωστές και καθορισμένες. Δεν υπήρχε, δηλαδή, κάποιο θεσμικό κενό που να δικαιολογεί μια τόσο αιφνίδια και προβεβλημένη νομοθετική παρέμβαση. Τι, λοιπόν, έρχεται να προσθέσει η νέα τροπολογία, που προκάλεσε τόσο πολιτικό θόρυβο;

Η πραγματικότητα είναι πως η κυβέρνηση με τη στάση της περισσότερο δίχασε παρά ένωσε. Αυτό προκύπτει από τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, όπου η κοινωνία εμφανίζεται μοιρασμένη: Οι μισοί πολίτες θεωρούν ότι έπρεπε να ληφθεί πρωτοβουλία για την προστασία του Μνημείου, ενώ οι άλλοι μισοί πιστεύουν ότι δεν υπήρχε λόγος για κάτι τέτοιο. Αυτή η διχογνωμία δεν είναι τυχαία. Αντανακλά την αίσθηση ότι πίσω από την επίμαχη τροπολογία κρύβεται κάτι περισσότερο από μια απλή πρόνοια για την προστασία του χώρου.

Επίσης, η τροπολογία περιέχει θολά σημεία, που επιτρέπουν διαφορετικές ερμηνείες και αφήνουν περιθώρια παρεξηγήσεων για το ποιος έχει τελικά την ευθύνη για το Μνημείο. Ήδη έχει ξεσπάσει πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στον Δήμο Αθηναίων και στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας, με αφορμή –ούτε λίγο ούτε πολύ– την καθαριότητα του χώρου.

Αξίζει, όμως, να σταθεί κανείς και στο χρονικό σημείο που επιλέχθηκε για να έρθει αυτή η τροπολογία. Η δημόσια συζήτηση δεν άνοιξε μετά από κάποια επεισόδια, όπως τότε που κάποιοι «γνωστοί – άγνωστοι» είχαν φτάσει στο σημείο να κάψουν τις σκοπιές των Ευζώνων. Η κυβέρνηση άνοιξε το θέμα αμέσως μετά τη λήξη της απεργίας πείνας του Πάνου Ρούτσι, του πατέρα ενός εκ των θυμάτων στα Τέμπη, ο οποίος ζητούσε να μάθει την αλήθεια για τον θάνατο του παιδιού του. Είναι πολλοί εκείνοι που εκτιμούν πως η πολιτική ηγεσία δεν επιθυμεί να συνδέεται ο χώρος μπροστά στη Βουλή με αντικείμενα ή συμβολισμούς που παραπέμπουν στην τραγωδία των Τεμπών. Και, πολύ περισσότερο, με τις συγκεντρώσεις ανθρώπων που ζητούν δικαιοσύνη.

Πάντως, δεν είναι σπάνια η πρακτική μία κυβέρνηση να επιχειρεί να αλλάξει την ατζέντα, όταν αισθάνεται πολιτικά πιεσμένη. Και σήμερα η πίεση είναι μεγάλη για το κυβερνητικό στρατόπεδο: Η ακρίβεια, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ αλλά και η συνεχιζόμενη οργή της κοινωνίας για το δυστύχημα των Τεμπών δημιουργούν ένα κλίμα έντονης δυσπιστίας. Μήπως, λοιπόν, η συζήτηση για την «προστασία» του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη λειτουργεί περισσότερο ως ένα βολικό επικοινωνιακό καταφύγιο παρά ως μια πραγματική ανάγκη;

Ο σεβασμός στα σύμβολα είναι δεδομένος. Η πολιτική εκμετάλλευσή τους, όμως, δεν ωφέλησε ποτέ κανέναν.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ