Το success story στη χώρα όπου ανθεί η… φαιδρά πορτοκαλέα – Του Ν. Στραβελάκη

Το success story στη χώρα όπου ανθεί η… φαιδρά πορτοκαλέα – Του Ν. Στραβελάκη

–Σκέψεις και συγκρίσεις με την «Ισχυρή Ελλάδα» του κ. Σημίτη


Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών


Η ανάγκη του κυβερνητικού επικοινωνιακού επιτελείου για θετικές ειδήσεις είναι πλέον αγωνιώδης. Βλέπετε, είμαστε στον Αύγουστο μήνα και πολύς κόσμος παραμένει στην Αθήνα, αδυνατώντας να κάνει έστω μερικές μέρες διακοπές. Και όχι σε κάποιο νησί, που είναι πλέον απαγορευτικός προορισμός για τους κατοίκους της χώρας, αλλά έστω κάπου πιο κοντά.

Σαν μην έφτανε αυτό, η δημόσια συζήτηση δέχεται κάθε λίγο νέες αποκαλύψεις για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, με χαρακτηριστικότερες τις αποκαλύψεις της Αρχής για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Σύμφωνα με την τελευταία, επιδοτούμενοι αγρότες-«μαϊμού» φέρεται να έχουν αποκτήσει πολυτελή αυτοκίνητα και να έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές συναλλαγές σε κρυπτονομίσματα. Κοντολογίς, η εικόνα της κυβέρνησης στα μάτια της ελληνικής κοινωνίας αποπνέει οργή και αγανάκτηση, παρά ικανοποίηση.

Βέβαια, το… αντίδοτο που επέλεξε η κυβέρνηση, αυτό του success story της ελληνικής οικονομίας είναι αντιφατικό από τη φύση του. Πώς μπορεί να βιώνει success story μια οικονομία που από τα πάλαι ποτέ «μπάνια του λαού» έχουμε φτάσει να μετράμε τα ευρώ για να μπορέσουμε να κάνουμε τρεις – τέσσερις μέρες διακοπές; Εδώ, η κυβερνητική προπαγάνδα αντιτείνει ότι οι καρποί του success story δεν έχουν φανεί ακόμη, αλλά μας προτείνει να κάνουμε λίγη υπομονή, και θα φανούν. Υπόσχονται μάλιστα ότι θα πάρουμε μια πρώτη γεύση από τις πρωθυπουργικές εξαγγελίες στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Βέβαια, και εκεί τα πράγματα δεν φαίνεται να πηγαίνουν καλά για τους κυβερνητικούς, αφού από τις αρχικές διαρροές του Μαξίμου για παροχές 3 δισ. έχουμε πέσει στο 1,5 δισ. και πάμε ολοταχώς για τα 500 εκατ. Βλέπετε, η φετινή τουριστική χρονιά είναι αναιμική όχι μόνο όσον αφορά τον εσωτερικό αλλά και τον εξωτερικό τουρισμό.

Έτσι, μοναδικό αποκούμπι έμειναν οι αγορές, που, υποτίθεται, δίνουν «ψήφο εμπιστοσύνης» στην ελληνική οικονομία. Σε αυτό το μήκος κύματος βρίσκονται τα δημοσιεύματα του πολυπληθούς κυβερνητικού Τύπου τόσο στις συναλλαγές real estate όσο και στην πορεία του δείκτη του Χρηματιστηρίου Αθηνών, που βρίσκεται σε διαδικασία πώλησης στη Euronext.

Αναφορικά με το real estate, το αφήγημα δεν πείθει, αφού και το προηγούμενο success story, εκείνο της «Ισχυρής Ελλάδας» του κ. Σημίτη, έληξε άδοξα, γύρω στο 2004, με το σκάσιμο μιας ανάλογης φούσκας ακινήτων, για να ακολουθήσει το 2008 και η τραγωδία των Μνημονίων. Αλλά και για το Χρηματιστήριο τα πράγματα δεν είναι πολύ διαφορετικά. Από την πρωθυπουργική δήλωση Σημίτη ότι το χρηματιστήριο θα φτάσει τις 10.000 μονάδες, το 1999, φτάσαμε σε μια 20ετία όπου το Χρηματιστήριο έφτασε να παλεύει με τις 1.000 μονάδες, να χρεοκοπούν εισηγμένες επιχειρήσεις και πολύ κόσμος να κλαίει ακόμη τα λεφτά του.

Βέβαια, στην παρούσα φάση, οι πανηγυρισμοί για την… κατάκτηση των 2.000 μονάδων ήταν πιο κόσμιοι. Κάτι οι κανονισμοί που δεν επιτρέπουν την παρότρυνση σε αγορές μετοχών, κάτι η πώληση από το ΤΧΣ των μετοχών των συστημικών τραπεζών, λίγο πριν ανέβουν οι τιμές τους, με τεράστια ζημία για το Ελληνικό Δημόσιο, μείναμε στα γνωστά «παπαγαλάκια» και στις «διαρροές». Όμως, ακόμα και έτσι, η απόσταση από τον διεθνή και ευρωπαϊκό μέσο όρο για το ελληνικό χρηματιστήριο είναι ανάλογη της απόκλισης της ελληνικής οικονομίας. Παραδείγματος χάρη, το 2008 η αξία του χαρτοφυλακίου του δείκτη Euro 50, που χρησιμοποιείται ως σημείο αναφοράς των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων, ήταν περίπου 65.000 ευρώ και σήμερα είναι 161.000 ευρώ (πηγή Backtext.curvo), μιλάμε δηλαδή για πάνω από 100%. Αντίστοιχα, ο Γενικός Δείκτης του ΧΑΑ το 2008 ήταν 3.400 μονάδες (Πηγή: ΕΧΑΕ), ενώ σήμερα είναι στις 2.000 μονάδες. Δηλαδή, έχει μείωση 41%. Είπαμε, τον κυνηγάει αυτό το 41% τον κ. Μητσοτάκη.

Είναι λυπηρό το ότι το μόνο που έχει να παρατηρήσει κανείς από το success story του κ. Μητσοτάκη είναι οι ομοιότητες με το προηγούμενο success story του κ. Σημίτη, που κατέληξε σε εφιάλτη. Όμως, τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά από τα τερτίπια του κάθε επικοινωνιακού επιτελείου. Ο ελληνικός καπιταλισμός αναζητά απεγνωσμένα ρόλο στον διεθνή καταμερισμό εργασίας από ιδρύσεως του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Η εγχώρια αστική τάξη έχει συνδυάσει αυτήν την αναζήτηση με βραχύβιες περιόδους ισχυρής μεγέθυνσης, που καταρρέουν έπειτα από μεγάλες διεθνείς οικονομικές κρίσεις. Η βιομηχανική βάση που αναπτύχθηκε μετά τον πόλεμο τελείωσε με την κρίση του 1970 και η οικονομία υπηρεσιών του κ. Σημίτη τελείωσε με την κρίση του 2008. Έτσι και η σημερινή βραχύβια οικονομική μεγέθυνση της ΝΔ του κ. Μητσοτάκη, με άξονες τον τουρισμό, την ενέργεια και το real estate, βαδίζει στο τέλος της. Βέβαια, σε σχέση με τα προηγούμενα success stories, μοιάζει με επανάληψη που έχει χαρακτηριστικά τραγωδίας αλλά και φάρσας.


ΤΟ ΠΑΡΟΝ