Το δημόσιο χρήμα έχει παραλήπτη και χρειάζεται μνήμη της αξίας που δημιούργησε


Του
ΒΑΣΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Διευθύνοντος Συμβούλου της Vision Labs R&D Team,
Υποψήφιου Διδάκτορος Επιστήμης Πληροφορικής και Δεδομένων,
BSc (Hons).CS, MBA.IB, MSc.DS, PhD.C.
[email protected]


Η δημόσια συζήτηση γύρω από τις κρατικές ενισχύσεις ασχολείται με τα χρήματα που εγκρίθηκαν, τα επενδυτικά σχέδια που εντάχθηκαν και τα κονδύλια που απορροφήθηκαν. Δισεκατομμύρια ευρώ κινητοποιούνται μέσω αναπτυξιακών νόμων, ευρωπαϊκών προγραμμάτων, φορολογικών απαλλαγών και διαφορετικών χρηματοδοτικών εργαλείων, ενώ κάθε νέα ανακοίνωση συνοδεύεται από προβλέψεις για επενδύσεις, απασχόληση, ψηφιακό μετασχηματισμό και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Σπανιότερα τίθεται το ουσιαστικότερο ερώτημα αν γνωρίζουμε τι απέδωσε κάθε ευρώ δημόσιας ενίσχυσης στο διηνεκές του χρόνου.

Το ΟΠΣΚΕ έχει σχεδιαστεί για την ηλεκτρονική διαχείριση δράσεων κρατικών ενισχύσεων και την παρακολούθηση της σχετικής διοικητικής διαδικασίας. Η ίδια η λογική του συστήματος φτάνει μέχρι την παρακολούθηση μακροχρόνιων υποχρεώσεων των δικαιούχων, ενώ η δυνατότητα διαλειτουργικότητας με άλλα πληροφοριακά συστήματα δημιουργεί τις τεχνικές προϋποθέσεις για πολύ βαθύτερη αξιοποίηση των δεδομένων. Χρειάζεται ένα ψηφιακό σύστημα μέτρησης της πραγματικής απόδοσης των κρατικών ενισχύσεων.

Η ολοκλήρωση μιας επιδοτούμενης επένδυσης αποδεικνύει πρωτίστως ότι πραγματοποιήθηκε το προβλεπόμενο φυσικό και οικονομικό αντικείμενο, σύμφωνα με τους κανόνες του εκάστοτε προγράμματος. Δεν απαντά εάν η συγκεκριμένη διάθεση δημόσιων πόρων δημιούργησε την αναμενόμενη οικονομική αξία. Η αξιολόγηση δεν θα έπρεπε να ολοκληρώνεται με την πιστοποίηση της αγοράς του εξοπλισμού και την εκταμίευση της τελευταίας δόσης. Χρειάζεται να συνεχίζεται στον χρόνο, διαπιστώνοντας το πόσες νέες θέσεις εργασίας προβλέφθηκαν και πόσες τελικά δημιουργήθηκαν, πόσες εξακολουθούν να υφίστανται πέντε χρόνια αργότερα, αν αυξήθηκε η παραγωγή, αν ενισχύθηκαν οι εξαγωγές, αν δημιουργήθηκε εγχώρια προστιθέμενη αξία, αν βελτιώθηκε η παραγωγικότητα, αν μεταφέρθηκε τεχνογνωσία, αν παρήχθη κάποιο νέο προϊόν ή αποκτήθηκε πνευματική ιδιοκτησία. Δεν χρειάζεται ένας ενιαίος δείκτης που θα αποφασίζει αν μια επιχείρηση πέτυχε ή απέτυχε, αλλά ένα μετρήσιμο αποτύπωμα μεταξύ όσων χρηματοδοτήθηκαν, όσων δεσμεύθηκε να επιτύχει η επένδυση και όσων τελικά παρήγαγε.

Κάθε σημαντική χρηματοδοτούμενη επένδυση αποκτά μια διαχρονική ψηφιακή ταυτότητα. Στην αφετηρία της θα καταγράφονταν το συνολικό ύψος της επένδυσης, η δημόσια συμμετοχή, το είδος της ενίσχυσης, οι προβλεπόμενες θέσεις εργασίας, οι παραγωγικοί στόχοι και οι ειδικοί δείκτες βάσει των οποίων δικαιολογήθηκε η χρηματοδότηση. Με το πέρας της ολοκλήρωσης καταγράφεται η εξέλιξη των βασικών δεικτών. Η δημόσια διοίκηση δεν θα χρειαζόταν να ζητά διαρκώς καινούργια δικαιολογητικά από την επιχείρηση. Στοιχεία που νομίμως μπορούν να αντλούνται και να διασταυρώνονται από τα πληροφοριακά συστήματα της διοίκησης θα μπορούσαν, με τις αναγκαίες εγγυήσεις προστασίας δεδομένων και επιχειρηματικού απορρήτου, να χρησιμοποιούνται για τη διαχρονική αξιολόγηση. Το μητρώο επιδοτήσεων μετασχηματίζεται σε ψηφιακό χάρτη της πραγματικής απόδοσης του δημόσιου επενδυτικού χρήματος.

Η νέα προσέγγιση θα επέτρεπε να υπολογίζονται δείκτες που σήμερα δύσκολα γίνονται αντιληπτοί από τον πολίτη. Δείκτες όπως η δημόσια ενίσχυση ανά διατηρούμενη νέα θέση εργασίας, η πρόσθετη εξαγωγική δραστηριότητα ανά ευρώ ενίσχυσης, η αύξηση παραγωγικότητας, η εγχώρια προστιθέμενη αξία και το ιδιωτικό κεφάλαιο που κινητοποιήθηκε ανά ευρώ δημόσιας συμμετοχής. Οι αριθμοί χρειάζονται προσεκτική οικονομική ερμηνεία. Διαφορετικοί κλάδοι έχουν διαφορετική ένταση κεφαλαίου, διαφορετικούς χρόνους απόδοσης και διαφορετική συμβολή στην οικονομία. Μια βιομηχανική επένδυση υψηλής αυτοματοποίησης δεν θεωρείται αποτυχημένη επειδή δημιουργεί λιγότερες θέσεις εργασίας από μια επιχείρηση υπηρεσιών. Η σύγκριση οφείλει να πραγματοποιείται μεταξύ πραγματικά συγκρίσιμων επενδύσεων και με πολυδιάστατους δείκτες. Η πολυπλοκότητα καθιστά απαραίτητη την ύπαρξη οργανωμένων δεδομένων.

Η συσσώρευση δεδομένων από χιλιάδες επενδυτικά σχέδια θα δημιουργούσε ένα εξαιρετικά σημαντικό πεδίο εφαρμογής της ΤΝ για την ανάλυση των αποτελεσμάτων προηγούμενων πολιτικών. Τα μοντέλα αναγνωρίζουν ποια χαρακτηριστικά επενδύσεων συνδέθηκαν ιστορικά με μεγαλύτερη βιωσιμότητα, ποιες κατηγορίες ενισχύσεων εμφάνισαν καλύτερη σχέση δημόσιου κόστους και παραγωγικού αποτελέσματος, ποιοι κλάδοι δημιούργησαν μεγαλύτερη εγχώρια προστιθέμενη αξία και ποια προγράμματα εμφάνισαν συστηματική απόκλιση μεταξύ προβλεπόμενων και πραγματικών αποτελεσμάτων. Η ΤΝ θα λειτουργούσε ως μηχανισμός θεσμικής μνήμης και δημοσιονομικής ανατροφοδότησης.

Το κράτος διαθέτει τεράστιο όγκο οικονομικής πληροφορίας, αλλά η πληροφορία δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε γνώση. Αν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ διοχετεύονται επί σειρά ετών σε έναν συγκεκριμένο τύπο επενδύσεων, η δημόσια διοίκηση γνωρίζει ποια ήταν η πραγματική μακροχρόνια επίδρασή τους. Αν συγκεκριμένα χρηματοδοτικά εργαλεία παράγουν σταθερά καλύτερα αποτελέσματα, η γνώση επιστρέφει στον σχεδιασμό. Αν άλλες παρεμβάσεις εμφανίζουν επανειλημμένα μεγάλη απόσταση μεταξύ προσδοκιών και αποτελέσματος, η ίδια πληροφορία αξιοποιείται.

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επανειλημμένα τοποθετήσει την παραγωγικότητα, τις παραγωγικές επενδύσεις, την καινοτομία και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μεταξύ των κρίσιμων παραγόντων για τη μακροχρόνια αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας. Η ποιότητα της επένδυσης έχει εξίσου μεγάλη σημασία με το ονομαστικό της ύψος. Ο μηχανισμός χρειάζεται, παράλληλα, αυστηρή αρχιτεκτονική προστασίας δεδομένων. Φορολογικά στοιχεία, εμπορικά απόρρητα, τεχνογνωσία και πληροφορίες που επηρεάζουν την ανταγωνιστική θέση μιας επιχείρησης δεν μετατρέπονται αδιακρίτως σε ανοικτά δεδομένα. Η διοίκηση χρειάζεται αναλυτικά δεδομένα για την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, ενώ ο πολίτης μπορεί να έχει πρόσβαση σε κατάλληλα συγκεντρωτικούς δείκτες που απαντούν στο ουσιαστικό δημοσιονομικό ερώτημα, χωρίς να αποκαλύπτουν προστατευόμενες επιχειρηματικές πληροφορίες.

Η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης έχει προχωρήσει σημαντικά στην ηλεκτρονική υποβολή αιτήσεων, στην ανταλλαγή δικαιολογητικών, στις διασταυρώσεις μητρώων και στη διεκπεραίωση διοικητικών διαδικασιών. Το επόμενο στάδιο είναι ποιοτικά δυσκολότερο, και αφορά την ψηφιοποίηση της αξιολόγησης της πραγματικής οικονομικής της απόδοσης. Κάθε κρατική ενίσχυση έχει σήμερα έναν δικαιούχο, ένα ποσό, μία απόφαση και έναν σκοπό. Χρειάζεται να αποκτήσει και ιστορία αποτελέσματος. Η επιτυχία ενός προγράμματος δεν παρουσιάζεται αποκλειστικά μέσα από το ύψος των εγκεκριμένων επενδύσεων ή το ποσοστό απορρόφησης, αλλά αξιολογείται από τα αποτελέσματα πέντε χρόνια αργότερα.

Η πραγματική επιτυχία της κρατικής ενίσχυσης δεν καταγράφεται την ημέρα που εγκρίνεται ούτε όταν εκταμιεύεται η τελευταία δόση. Αποδίδεται, χρόνια αργότερα, στις επιχειρήσεις που εξακολουθούν να παράγουν, στις θέσεις εργασίας που διατηρήθηκαν, στις εξαγωγές που δημιουργήθηκαν, στην παραγωγικότητα που αυξήθηκε, στην τεχνογνωσία που παρέμεινε και στην αξία που επέστρεψε στην ελληνική οικονομία. Το ψηφιακό κράτος έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει πού κατευθύνεται το δημόσιο χρήμα. Η επόμενη μεγάλη πρόκληση είναι να αποδεικνύει, με δεδομένα και όχι με εξαγγελίες, τι ακριβώς δημιούργησε κάθε ευρώ που διέθεσε.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ



Διαβάστε επίσης