ΠΩΣ ΒΓΗΚΕ ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΙΚΟ… ΟΚ ΠΟΥ ΣΥΧΝΑ ΠΟΛΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙΕΙ
Ήταν τά χρόνια δίσεκτα κι η φτώχεια παραμάνα πού πλούτο της ενόμιζε μιά σάπια κουραμάνα.
Ήταν τά χρόνια δίσεκτα κι η φτώχεια παραμάνα πού πλούτο της ενόμιζε μιά σάπια κουραμάνα.
Η φλόγα επανέρχεται μέ χάλκινα πασούμια μέ ξίφος παραμάσχαλα καί πέτρινα κουστούμια.
Μετρούσα χρόνια λησμονιάς καί τό παρόν ξεχνούσα, στό θολωμένο τό νερό τίς νύχτες περπατούσα.
Όσοι γλιτώσουν έξ ημών στής φλόγας τήν μανία θά μάς καλούνε ήρωες καί από τά θρανία.
Μεγάλη παθογένεια τό Έθνος μας μαστίζει, οι αλεπούδες κυβερνούν κι ο διάολος γκαρίζει.
Ο Κόσμος απ’ τήν φύση του πουλιέται ή σαπίζει καί διαλύει τόν θνητό πού άσκοπα ελπίζει.
Εδώ πρόκειται γιά φυλή ιδιαιτέρως φάλτσα, μπερδεύουνε τά πίτουρα μέ τού Euro τήν σάλτσα.
Ό,τι στό σπίτι κάτεχες κρεβάτια καί μπαούλα ανεμιστήρες, καί λοιπά -τ’ άκουσες Κυρά Κούλα,
Όταν ο πλάστης σκέφτηκε νά φτιάξει τούς πλανήτες, επ’ ευκαιρία ποίησε καί τσού Κεφαλονίτες.
Δαιμονισμένοι οι καιροί δέν ξέρω τί νά κάνω νά ζήσω μικροέλληνας ή Ήλιε νά πεθάνω.
Είχε πνοή ο άνθρωπος ασθένεια καμία τά χρόνια μόνο μέτραγε ορών τόν Καζαμία.
Δέν ήτανε αχάριστος καί όπως όλοι ζούσε μέ όπλο του τήν μοναξιά καί δέν μοιρολογούσε.
Ήταν γερός καί ικανός καί λάτρευε τ’ αστέρια, άνοιγε πάντα τά φτερά νύχτες καί μεσημέρια.
Έπεφτε τό ξημέρωμα όταν γυρνούσα σπίτι, ο γάτος δέν νιαούριζε ήταν, νομίζω, Τρίτη.
Καίγεται η Ανατολή καί άπαντες καπνίζουν πετάνε τ’ αποτσίγαρα καί διαρκώς σφυρίζουν.