ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΡΕΝΑ ΚΙ Η ΦΤΩΧΗ ΜΟΥ ΠΕΝΑ
Είπα νά γίνω Βολευτής η μοίρα μου ν’ αλλάξει, νά τήν βολεύω δηλαδή πρίν ο παπάς φωνάξει...
Είπα νά γίνω Βολευτής η μοίρα μου ν’ αλλάξει, νά τήν βολεύω δηλαδή πρίν ο παπάς φωνάξει...
Έρχονται μέρες ύπουλες μέ πνίγει η αγωνία σέ μία Χώρα άκαρπη μέχρι τήν ατονία.
Κάθεται στόν καθρέφτη της καί συνεχώς θαυμάζει τό πρόσωπο, τό σώμα της κι αλλού πιά δέν κοιτάζει.
Ο ήλιος στόν περίπατο στά μαύρα η Σελήνη τά άστρα αφανίστηκαν στού Χάροντα τήν κλίνη.
Μές στό σκοτάδι τού παντός ήρθε καί άλλο ένα, όταν ανάψεις λίγο φώς θά κάψουνε καί σένα.
Περνάν τά χρόνια γρήγορα καί γιά νά τά θυμάσαι τρέχεις σέ χώρους λιόλουστους ξύπνιος αλλά κοιμάσαι.
Ω! Μαργαρίτα πονηρή γιατί μέ βασανίζεις έλα στήν Χώρα όπου ζώ καί σύ δέν τήν γνωρίζεις.
Όταν μιλάει ο Λαός μήν κλείνεις τά αυτιά σου υπάρχει γύρω ερημιά καί πιό πολύ κοντά σου.
Είς ένα δάσος σκοτεινό ζώα πολλά κοιμούνται φόβο δέν έχουνε ποτέ καί άς κατηγορούνται.
Ένας παλιός πολεμιστής είς τά βουνά γυρνούσε, κι όποιος αρκούδα έμοιαζε μέ βιά τόν πολεμούσε.
Ήτανε δυό συναυτουργοί σφοδρά «αγαπημένοι» καί τραγουδούσαν αγαστοί στήν Χώρα τήν καημένη.
Είς τήν φωλιά τού Κύκλωπα τό θέλησε η Μοίρα ο Κύκλωπας νά τυφλωθεί παρά νά μείνει χήρα
Λαχτάριζε η θάλασσα ουρλιάζανε τά ψάρια ψεύτες μεγαλουργούσανε καί πούλαγαν χαμπάρια.
Το πολιτικό μεθύσι μ’ έζησε και θα με ζήσει μ’ ενθουσιάζει, με τραβάει και ζιζάνια μου φυσάει, κι…
Τον άντρα τον πολύπραγο τραγούδησέ μου, ω Μούσα, που περισσά πλανήθηκε, σαν κούρσεψε της Τροίας το ιερό κάστρο,…