Το «αδειανό πουκάμισο» του Αφγανιστάν και οι επιπτώσεις από την απότομη αμερικανική αποχώρηση

Το «αδειανό πουκάμισο» του Αφγανιστάν και οι επιπτώσεις από την απότομη αμερικανική αποχώρηση


Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.


Ο Στησίχορος, ένας από τους μεγάλους επικολυρικούς ποιητές της Κάτω Ιταλίας, έγραψε μια ωδή για τον Τρωϊκό πόλεμο, στην οποία καταφερόταν με οργή κατά της Ωραίας Ελένης, κατηγορώντας την ότι, για το δικό της πάθος, έγινε πρόξενος τόσων συμφορών και του θανάτου τόσων ευγενικών ηρώων. Η θεά Αφροδίτη, προστάτης πάντα της Ωραίας Ελένης και της μνήμης της, θύμωσε πολύ με τον ποιητή, κατηγορώντας τον ότι ήταν άδικος με την Ελένη και τον τιμώρησε αυστηρά. Του στέρησε το φως του.

Ο Στησίχορος, για να καταπραΰνει τον θυμό της θεάς και να επανακτήσει το φως του, έγραψε μια άλλη ωδή, στην οποία υπεστήριξε τα αντίθετα. «Δεν είναι αλήθεια», είπε, «ότι η Ελένη πήγε στην Τροία. Δεν πήγε στην Τροία. Πήγε μόνο το φάντασμά της». Ήταν η περίφημη παλινωδία (πάλιν + ωδή), που από τότε πήρε τη θέση της στην Ελληνική γλώσσα. Τον μύθο του Στησιχόρου για το φάντασμα της Ελένης το πήρε αργότερα ο Ευριπίδης και μετά απ’ αυτόν ο σύγχρονός μας Σεφέρης, με τους στίχους του για το «αδειανό πουκάμισο», σύμβολο του μάταιου έργου και της παραπλανήσεως των θνητών, που πέφτουν θύματα του δόλου των θεών και της αυταπάτης τους.

Ανασκοπώντας τα όσα συμβαίνουν σήμερα στο πολύπαθο Αφγανιστάν, σκέπτεται κανείς πόσο αρμόζει και σ’ αυτήν την περίπτωση ο μύθος του Στησιχόρου. Τόσοι αγώνες λοιπόν, τόσες θυσίες, τόσα χρήματα για να επιτευχθεί τι; Μετά από 20 χρόνια πόλεμο και δαπάνη 2,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, να επιστρέψουν νικητές οι Ταλιμπάν και να αποχωρήσουν ταπεινωτικά οι Αμερικανοί.

Το αποτέλεσμα αυτό, που αντιφάσκει με τη δυσαναλογία των μέσων και της δυνάμεως, προσφέρεται σε πολλές κρίσεις και επισημάνσεις, που έχουν σχέση με τη γεωπολιτική, τη στρατηγική, την τακτική του πολέμου και τον θρησκευτικό φανατισμό. Οι ΗΠΑ, μετά, ιδίως, το πάθημα των Σοβιετικών, δεν είχαν κανέναν λόγο να εμπλακούν μαζικά σε χερσαίο πόλεμο στο Αφγανιστάν. Ακόμη και μετά το πλήγμα στους Διδύμους Πύργους της Νέας Υόρκης. Ο πόλεμος κατά της Ισλαμιστικής τρομοκρατίας δεν είχε ανάγκη από μαζικές επεμβάσεις, όπως αυτή του Ιράκ και μετά του Αφγανιστάν. Πολύ χειρότερα ακόμη, παρατηρήθηκε και στις δύο περιπτώσεις η έλλειψη συγκεκριμένου πολιτικού σκοπού, που θα έθετε, αντιστοίχως, συγκεκριμένα πολιτικά όρια στην επέμβαση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία χάους στο Ιράκ, μέσα στο οποίο άνθισαν τα άνθη του πιο ακραίου και βάρβαρου Ισλαμισμού. Στο Αφγανιστάν το χάος πήρε τη μορφή ενός παρατεταμένου πολέμου φθοράς, χωρίς ορατό τέλος.

Εκπλήσσεται κανείς από το γεγονός ότι η διάθεση ενός μυθικού χρηματικού ποσού δεν είχε κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Αναλώθηκε σε μάταιους αγώνες συντηρήσεως του πολεμικού μετώπου και μόνο ένα πολύ μικρό μέρος του κατευθύνθηκε στην ανάπτυξη και στην οικονομική και κοινωνική αλλαγή. Χωρίς όμως την αλλαγή αυτή, οι μεγάλες δαπάνες για την οικοδόμηση κράτους, στρατού και αστυνομίας αποδείχθηκαν ατελέσφορες και ανίκανες να συγκρατήσουν την προέλαση των Ταλιμπάν μετά την εξαγγελία της Αμερικανικής αποχωρήσεως. Το τεράστιο οπλοστάσιο, που είχε παραδοθεί σ’ αυτούς για να αποτελέσει στρατηγικό πλεονέκτημα στη σύγκρουσή τους με τους Ταλιμπάν, έγινε τελικά λάφυρο των τελευταίων.

Η Αμερικανική αποχώρηση, με ανέφικτη πλέον τη συντριβή των Ταλιμπάν και την εγκατάσταση στη χώρα μιας βιώσιμης φιλο-Δυτικής κυβερνήσεως «μετριοπαθούς» Ισλάμ, που ήταν, υποτίθεται, ο στόχος, ήταν μονόδρομος, γιατί είχαν εξαντληθεί και όλα τα περιθώρια της αναγκαίας πολιτικής υποστηρίξεως στο εσωτερικό. Ο σχεδιασμός όμως της εξόδου, παρά την παρασκηνιακή συμφωνία με τους Ταλιμπάν, δεν απέτρεψε τις εικόνες πανικόβλητης φυγής, που έφεραν στη μνήμη τις ανάλογες εικόνες από την εκκένωση της Αμερικανικής πρεσβείας στη Σαϊγκόν. Ένα από τα πολλά ερωτήματα που τίθενται σε σχέση με την Αμερικανική αποχώρηση είναι το τεράστιο οπλοστάσιο που αφέθηκε υπό τον έλεγχο, υποτίθεται, του κυβερνητικού στρατού. Άλλαξε απότομα ο στρατηγικός σχεδιασμός και ο εξοπλισμός του κυβερνητικού στρατού δεν συμβάδισε με την πολιτική της αποχωρήσεως ή υπάρχει από Αμερικανικής πλευράς η κρυφή προσδοκία ότι ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός στην περιοχή θα υποχρεώσει την κυβέρνηση του Αφγανιστάν, όποια και αν είναι, να αναζητήσει σύντομα καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ, για λόγους στρατηγικής ισορροπίας, αλλά και για οικονομικούς λόγους, όπως, π.χ., το Βιετνάμ, που, μετά από έναν άγριο, πολυετή πόλεμο, αποκατέστησε τις σχέσεις του και συνεργάζεται με τις ΗΠΑ;

Ένας από τους λόγους για τους οποίους οι ΗΠΑ θεώρησαν σκόπιμη τη γρήγορη απαγκίστρωσή τους από το Αφγανιστάν είναι ακριβώς η ένταση του γεωπολιτικού ανταγωνισμού στον χώρο της Κεντρικής Ασίας. Η Ουάσινγκτον ανεκάλυψε καθυστερημένα ότι ο εγκλωβισμός της, χωρίς ορατό τέλος, στο Αφγανιστάν της κόστιζε πολύ ακριβά και την έθετε σε μειονεκτική θέση έναντι των γεωπολιτικών ανταγωνιστών της, Κίνας και Ρωσίας. Η Ουάσινγκτον πιστεύει ότι η αποχώρησή της από το Αφγανιστάν την ανακουφίζει από ένα μεγάλο βάρος και ότι θα εντείνει τον ανταγωνισμό για το Αφγανιστάν μετά των δύο αντιπάλων της. Οι δύο τελευταίοι όμως, για να αποτρέψουν αυτό το ενδεχόμενο, έσπευσαν να συμφωνήσουν για κοινή πολιτική στο Αφγανιστάν.

Η επικράτηση ενός ακραίου καθεστώτος Ισλαμικού ζηλωτισμού στο Αφγανιστάν ανησυχεί, προφανώς, τόσο τη Ρωσία όσο και την Κίνα. Η πρώτη ανησυχεί για ενδεχόμενη εξαγωγή Ισλαμιστικού φανατισμού προς τις γειτονικές του Αφγανιστάν πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες. Η δεύτερη για ενδεχόμενη υποστήριξη προς τους Ουϊγούρους Ισλαμιστές στη Δυτική Κίνα. Γεγονός, πάντως, είναι ότι το Αφγανιστάν, εάν δεν βυθισθεί σ’ ένα νέο χάος εμφυλίων πολέμων, θα χρειασθεί κατεπειγόντως την οικονομική συνεργασία των γειτόνων του, κατ’ εξοχήν της Κίνας και της Ρωσίας, για να αντιμετωπίσει τη δεινή οικονομική του κατάσταση. Η Κίνα ιδιαιτέρως έχει κάθε λόγο να προτρέψει προς αυτήν την κατεύθυνση, γιατί χρειάζεται το Αφγανιστάν ως πέρασμα για το στρατηγικό της σχέδιο, που αναφέρεται ως νέος «Δρόμος του Μεταξιού». Ενδιαφέρεται επίσης για τα πολύτιμα ορυκτά του Αφγανιστάν, την αξιοποίηση των οποίων μπορεί να χρηματοδοτήσει.

Έγινε πολύς λόγος για τον ρόλο της Τουρκίας στο Αφγανιστάν, μετά τη συμφωνία με τις ΗΠΑ για την ανάληψη απ’ αυτήν της ασφάλειας και της διαχειρίσεως του αεροδρομίου της Καμπούλ. Τα γεγονότα έχουν ήδη δώσει απάντηση, σε μεγάλο βαθμό, σ’ αυτό το θέμα. Η Τουρκία, ως Ισλαμική χώρα και σύμμαχος του Κατάρ, που έχει στενές σχέσεις με τους Ταλιμπάν, θεωρείται και αυτή φιλική σχετικά χώρα. Το καπέλο όμως του ΝΑΤΟ, με το οποίο θέλει να εμφανισθεί στο Αφγανιστάν, για να παίξει διπλωματικό παιχνίδι με τις ΗΠΑ, της δημιουργεί πρόβλημα. Αντίπαλος των Ταλιμπάν δεν ήταν μόνο οι ΗΠΑ αλλά και το ΝΑΤΟ.

Η στενή συμμαχία επίσης της Τουρκίας με το Πακιστάν δεν είναι βέβαιο ότι αποτελεί πλεονέκτημα για την Άγκυρα στο Αφγανιστάν. Οι Ταλιμπάν στρατολογήθηκαν και εκπαιδεύθηκαν από το Πακιστάν. Το τελευταίο ήθελε πάντα να ελέγχει το Αφγανιστάν για να έχει μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος προς την Ινδία. Η μεγαλύτερη εθνότητα του Αφγανιστάν, οι Παστούν, προεκτείνεται και μέσα στο Πακιστάν, με πολλά εκατομμύρια. Θα πρέπει να αναμείνουμε να δούμε πώς θα εξελιχθούν οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών κατά τα επόμενα χρόνια.

Προφανώς, η διαμόρφωση ενός Ισλαμικού άξονα Τουρκίας – Αφγανιστάν – Πακιστάν είναι μια πολύ σημαντική στρατηγική εξέλιξη, την οποία μπορεί να εκμεταλλευθεί, με διάφορους τρόπους, η Άγκυρα. Ο αμεσότερος κίνδυνος είναι η γνωστή εργαλειοποίηση της παράνομης μεταναστεύσεως ως γεωπολιτικού όπλου. Ένας άλλος είναι η λαθρεμπορία του οπίου και ένας τρίτος η στρατολόγηση από το Αφγανιστάν νέων Ισλαμιστών μαχητών για τις περιφερειακές συγκρούσεις της Άγκυρας.

Το πιο ανησυχητικό είναι η πνευματική ραστώνη και τα εκφυλιστικά φαινόμενα στη Δύση, με κύρια τον εθνομηδενισμό, τη θρησκευτική αποδόμηση και την ασύστολη προπαγάνδα υπέρ της παράνομης Μουσουλμανικής, κυρίως, μεταναστεύσεως, τη στιγμή που μεγεθύνονται οι κίνδυνοι από την άνοδο του ακραίου Ισλαμισμού.

Έντυπη έκδοση ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Φωτό: tanea.gr


Σχολιάστε εδώ