Η αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν και η κυριαρχία των Ταλιμπάν

Η αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν και η κυριαρχία των Ταλιμπάν

-Μαθήματα διπλωματικής πολιτικής και θρησκευτικής – πολιτιστικής ιστορίας


Του
ΧΡΗΣΤΟΥ Θ. ΜΠΟΤΖΙΟΥ


Για τους Έλληνες το Αφγανιστάν και οι Αφγανοί είναι γνωστά από τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου και στη συνέχεια των Σελευκιδών, που διακυβέρνησαν τις ανατολικές κτήσεις. Την επίδραση των Ελλήνων και των Ελληνιστικών Χρόνων μαρτυρούν τα θαυμάσια μαρμάρινα ανάγλυφα που έφεραν στο φως οι αρχαιολογικές σκαπάνες.

Για το σημερινό Αφγανιστάν και τους λαούς του περισσότερο μάθαμε από τους πολέμους, τους τζιχαντιστές, τους Ταλιμπάν και τις ξένες επεμβάσεις, πρώτα των Σοβιετικών και στη συνέχεια των αμερικανικών και νατοϊκών δυνάμεων, μετά την τρομοκρατική ενέργεια κατά των Δίδυμων Πύργων στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001.

Γιατί ο Μέγας Αλέξανδρος έφτασε μέχρι τον ποταμό Ινδό (και σίγουρα δεν θα σταματούσε εκεί, αν οι μακεδόνες στρατηγοί δεν αρνούνταν να τον ακολουθήσουν); Από αχαλίνωτη κατακτητική μανία, λένε ορισμένοι ιστορικοί, ενώ άλλοι την αποδίδουν στην επιθυμία του να εξελληνίσει τον τότε γνωστό κόσμο, επειδή θεωρούσε ότι ο ελληνικός πολιτισμός ήταν υπέρτερος όλων. Όμως, αιώνες μετά, γιατί επενέβησαν οι Σοβιετικοί, οι οποίοι, τουλάχιστον στη θεωρία, καταδίκαζαν τις ξένες επεμβάσεις σε τρίτες χώρες; Για να αποτρέψουν, όπως υποστήριζαν, τη μετατροπή του Αφγανιστάν σε πυρήνα και εκκολαπτήριο φανατικών θρησκευτικών φατριών και κέντρο τρομοκρατών που θα έθεταν σε κίνδυνο την ασφάλεια των πολιτών και τη διεθνή ειρήνη.

Ποιος όμως ενίσχυσε υλικά και στρατιωτικά τους τζιχαντιστές και τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, με σκοπό να αποδυναμώσουν και να αποτρέψουν την επιρροή και παρουσία των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν, για να στραφούν στη συνέχεια εναντίον τους, όταν οι τζιχαντιστές αποκάλυψαν το πραγματικό πρόσωπό τους, τον θρησκευτικό φανατισμό και το αντιδυτικό πνεύμα, που κορυφώθηκε με την τρομοκρατική ενέργεια της 11ης Σεπτεμβρίου 2001;

Μετά τη δολοφονία του Μπιν Λάντεν και την εισβολή των αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν η αμερικανική εξωτερική πολιτική επικεντρώθηκε σε μια προσπάθεια εγκαθίδρυσης ενός φιλοδυτικού καθεστώτος, με πολιτικό σύστημα που να αντιγράφει ή να προσομοιάζει με τα δυτικά πρότυπα. Οι τελευταίες εξελίξεις και τα γεγονότα απέδειξαν ότι απέτυχαν παταγωδώς. Όπως συμβαίνει και στη φύση, δεν μπορείς να καλλιεργήσεις ένα φυτό σε άγονες περιοχές ή σε περιοχές που δεν το επιτρέπει το κλίμα να μεγαλώσει. Κάθε λαός, κάθε πολιτισμός πρέπει να έχει το δικαίωμα να στηρίζεται στις δικές του πολιτικές και πολιτιστικές παραδόσεις. Ό,τι είναι αντίθετο προς αυτές προορίζεται να αποτύχει. Οι Ρωμαίοι επέβαλαν στους κατακτημένους λαούς την Pax Romana, αλλά μό­νο διοικητικά και στρατιωτικά, όχι πολιτιστικά. Το ίδιο έπραξαν και οι Ενετοί, αιώνες μετά, στις κτήσεις τους στα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου Πελάγους αλλά και στην Κρήτη. Δεν επιδίωξαν να εκκαθολικίσουν τους ορθοδόξους, παρά τις απαιτήσεις του Πάπα. Γνώριζαν πολύ καλά ότι αν το επιχειρούσαν θα προκαλούσαν μεγάλες αντιδράσεις, τις οποίες δεν θα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν.

Οι επεμβάσεις των Σοβιετικών, όπως και των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν δεν είχαν κατακτητικό – αποικιακό χαρακτήρα. Δεν απέβλεπαν στην οικονομική εκμετάλλευση. Εντάσσονται στην εξυπηρέτηση, κυριώτατα, γεωπολιτικών στόχων. Στην αποτροπή να περιέλθουν στην επιρροή πολιτικών και ιδεολογικών αντιπάλων. Οι επεμβάσεις αυτού του είδους, στρατιωτικού ή πολιτικού χαρακτήρα, φέρουν χαρακτηριστικά προληπτικής διπλωματίας (preventive diplomacy). Και τούτο ισχύει και στην περίπτωση του Αφγανιστάν, όπως και του Ιράκ ή και της Λιβύης, μετά τη δολοφονία του Καντάφι. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις αμερικανικές επεμβάσεις –αυτό ισχύει και για όλους τους Προέδρους, είτε προέρχονται από το Ρεπουμπλικανικό είτε από το Δημοκρατικό Κόμμα–, εκείνο που τις χαρακτηρίζει είναι η έλλειψη βάθους και προοπτικής. Ασκούν πολιτική και διπλωματία ισχύος (diplomacy of power) χωρίς να υπολογίζουν τις πιθανές συνέπειες. Γι’ αυτό, κατά κανόνα, και αποτυγχάνουν.

Οι χώρες που εξαρτώνται ή συνεργάζονται με τις ΗΠΑ –και σε αυτές συμπεριλαμβάνεται και η Ελλάδα– πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές στην ανάπτυξη των σχέσεων με την αμερικανική υπερδύναμη. Στην παρούσα κρίση του Αφγανιστάν οι δυτικές χώρες και ιδιαίτερα οι χώρες της ΕΕ φαίνεται να επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στην αντιμετώπιση του Προσφυγικού από την αναμενόμενη αναγκαστική έξοδο Αφγανών που είτε συνεργάσθηκαν με προκάτοχες κυβερνήσεις είτε δεν είναι ανεκτοί από τους Ταλιμπάν και διατρέχουν άμεσο κίνδυνο.

Οι φόβοι για μαζική έξοδο προσφύγων είναι υπαρκτοί και δικαιολογημένοι. Όμως το αφγανικό πρόβλημα δεν είναι μονοσήμαντο. Είναι πολυδιάστατο. Αφορά τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ισότητας των γυναικών, την αποτροπή να καταστεί το Αφγανιστάν πυρήνας αντιδυτικής, θρησκευτικής μισαλλοδοξίας.

Η ΕΕ δεν μπορεί να σκέφτεται μόνο την κατανομή του αριθμού των προσφύγων σε κάθε χώρα-μέλος. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα έπρεπε να αναγγείλει έκτακτη σύνοδο για το Αφγανιστάν, που θα αφορά όχι μόνο το σήμερα αλλά και το αύριο. Δεν θα πρέπει απλώς να προσπαθεί να μαντέψει πώς θα συμπεριφερθεί η Άγκυρα. Ο Ερντογάν μπορεί να υποκρίνεται ότι ανησυχεί για το αναμενόμενο κύμα προσφύγων. Πολύ φοβάμαι όμως ότι κατά βάθος επιχαίρει. Θα απαιτήσει νέα γενναία οικονομική βοήθεια από την ΕΕ, απειλώντας και εκβιάζοντας, όπως και πριν, αλλά με νέα επιχειρήματα. Σε ό,τι αφορά το πολιτιστικό και πολιτικό μέλλον του Αφγανιστάν, εκτός από το εξυπακουόμενο δικαίωμα κάθε λαού να επιλέγει το σύστημα διακυβέρνησης που επιθυμεί, ας έχουμε πάντα υπόψη μας την απάντηση του Αριστοτέλη στο ερώτημα για το καλύτερο πολίτευμα. «Για ποιον λαό και πότε», ήταν η απάντηση του μεγάλου Σταγειρίτη.

Έντυπη έκδοση ΤΟ ΠΑΡΟΝ


Σχολιάστε εδώ