Να στείλει τώρα το μήνυμά της η Αθήνα: Τείχος στην Ανατολική Μεσόγειο, κανένας διάλογος όσο παραμένει το τουρκολιβυκό μνημόνιο

Να στείλει τώρα το μήνυμά της η Αθήνα: Τείχος στην Ανατολική Μεσόγειο, κανένας διάλογος όσο παραμένει το τουρκολιβυκό μνημόνιο

Του
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΥ


-Να προειδοποιήσει Βερολίνο και Ουάσινγκτον για τη μείζονα κρίση με την οποία απειλεί ο Ερντογάν

Σαφές μήνυμα πρέπει να στείλει άμεσα η Αθήνα, με παραλήπτες όχι μόνο την Άγκυρα αλλά και τις Βρυξέλλες, το Βερολίνο και την Ουάσινγκτον, τονίζοντας ότι όχι μόνο δεν θα επιτρέψει οποιαδήποτε παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά ούτε θα αποδεχθεί έναν ταπεινωτικό συμβιβασμό, μέσω ενός διαλόγου, εκτός του πλαισίου του Διεθνούς Δικαίου.

Η Τουρκία και ο Ταγίπ Ερντογάν έχουν λάβει τις αποφάσεις τους προκειμένου να κάνουν κάθε βήμα που απαιτείται για τη δημιουργία της «Γαλάζιας Πατρίδας», η οποία κυρίως στρέφεται ενα­ντίον της Ελλάδας και δευτερευόντως εναντίον της Κύπρου και αποτελεί την «εξιλέωση» του τουρκικού εθνικισμού για το «λάθος» του Κεμάλ Ατατούρκ να «παραδώσει» τα νησιά του Αιγαίου στην Ελλάδα.

Ο νέος αυτός ισλαμικός ιμπεριαλισμός έχει ως πρώτο στόχο την Ελλάδα και την Κύπρο, όμως πρακτικά στρέφεται εναντίον όλων των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου, καθώς η Τουρκία με την υφαρπαγή της ελληνικής υφαλοκρηπίδας θέλει να μετατραπεί σε ηγετική περιφερειακή δύναμη που θα διαφεντεύει τις τύχες της περιοχής. Με το τουρκολιβυκό μνημόνιο εξάλλου η Άγκυρα επιδιώκει να εγκλωβίσει την Ανατολική Μεσόγειο και τις πηγές της σε μια περιοχή που οι μόνοι δρόμοι μεταφοράς ενέργειας προς την Ευρώπη θα είναι μέσω είτε του τουρκικού εδάφους είτε της τουρκικής «ΑΟΖ» στη Μεσόγειο.

Οι επιλογές της Αθήνας είναι ξεκάθαρες. Σε στρατιωτικό επίπεδο έχουν ληφθεί όλα τα μέτρα προπαρασκευής ώστε να αποτραπεί κάθε προσπάθεια παραβίασης κυριαρχικών δικαιωμάτων και είναι προφανές ότι η απόπειρα σεισμογραφικών ερευνών σε περιοχή ε­ντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, την οποία επιχειρεί να σφετερισθεί η Τουρκία με πρόσχημα το τουρκολιβυκό μνημόνιο, είναι η «κόκκινη γραμμή» της Αθήνας.

Τα επιχειρησιακά σχέδια είναι έτοιμα από καιρό και οι εντολές που έχουν δοθεί είναι να μην επιτραπεί με κανέναν τρόπο σε τουρκικό ερευνητικό να απλώσει καλώδια για σεισμογραφικές έρευνες. Βεβαίως, όλοι απεύχονται να φθάσουμε στο σημείο αυτό, γιατί με δεδομένο ότι το σκάφος θα συνοδεύεται από τουρκικές φρεγάτες (όπως έγινε και στο παρελθόν), ο κίνδυνος θερμού επεισοδίου δεν μπορεί να αποκλεισθεί.

Προς συμφωνία με την Αίγυπτο
Στο πλαίσιο των μέτρων αποτροπής η Αθήνα κινείται σε διπλωματικό επίπεδο. Πρώτη κίνηση υψίστης σημασίας είναι η επιδίωξη συμφωνίας για την οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο και πολλά θα κριθούν από την επίσκεψη του Νίκου Δένδια την ερχόμενη Πέμπτη στο Κάιρο. Μέχρι στιγμής πά­ντως τα μηνύματα από την Αίγυπτο είναι αντιφατικά. Από τη μία, ακόμα και ο ίδιος ο Πρόεδρος Σίσι διαβεβαιώνει ότι υπάρχει βούληση για ολοκλήρωση της συμφωνίας, από την άλλη όμως στις συνομιλίες η γραφειοκρατία του αιγυπτιακού ΥΠΕΞ κωλυσιεργεί και ανοίγει θέματα.

Υπάρχει μάλιστα ο φόβος, καθώς όλοι αντιλαμβάνονται τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται Ελλάδα, ότι οι θιασώτες της τουρκοαιγυπτιακής προσέγγισης στο αιγυπτιακό ΥΠΕΞ θα επιδιώξουν να υπονομεύσουν τη συμφωνία με την Ελλάδα, προβάλλοντας όλο και μεγαλύτερες απαιτήσεις στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης. Και ενώ τώρα η Αθήνα είναι έτοιμη να κάνει μια σημαντική υποχώρηση και να συζητήσει τη μερική οριοθέτηση (καθώς οι Αιγύπτιοι δεν ήθελαν να γίνει οριοθέτηση ανατολικά του 28ου μεσημβρινού για να μην ενοχληθεί η Άγκυρα αλλά και επειδή και οι ίδιοι δεν αποδέχονται την επήρεια του Καστελλόριζου), ενώ είναι έτοιμη να συζητήσει και την επήρεια των μικρών νησιών νότια της Ιεράπετρας, οι Αιγύπτιοι δεν είναι ακόμη έτοιμοι να καταλήξουν σε συμφωνία και ο κ. Δένδιας δεν γνωρίζει αν θα βρεθεί αντιμέτωπος με νέες απαιτήσεις.

Η ελληνοϊταλική συμφωνία ήταν μια θετική εξέλιξη, παρά τα υπερβολικά ανταλλάγματα που ζήτησαν και πήραν οι Ιταλοί και έχουν σχέση με την παραχώρηση αλιευτικών δικαιωμάτων στους ιταλούς αλιείς, καθώς πλέον θα έχουν δικαίωμα να συνεχίσουν να ψαρεύουν σε όλη τη ζώνη από τα 6 ν.μ. εως τα 12 ν.μ., ακόμη και όταν η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα μέχρι τα 12 ν.μ., εκεί που θα αποτελεί αποκλειστικό κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας η αλιεία.

Ορισμένα προβλήματα θα δημιουργήσει προφανώς και το γεγονός ότι η συμφωνία, παρότι δεν αναφέρεται στο παλιό κείμενο του 1977, με το οποίο είχε οριοθετηθεί η υφαλοκρηπίδα, δεν ακολουθεί με ακρίβεια τη μέση γραμμή και έχει αποδώσει μειωμένη επήρεια σε νησιά όπως οι Οθωνοί και τα Στροφάδια αλλά ακόμη και στα μεγάλα νησιά των Επτανήσων.

Και φυσικά επιβεβαιώθηκαν οι ανησυχίες αυτές όταν ο τούρκος ΥΠΕΞ σχεδόν… πανηγύρισε την ελληνοϊταλική συμφωνία, λέγοντας ότι έτσι η Ελλάδα αποδέχεται την τουρκική θέση, σύμφωνα με την οποία τα νησιά δεν έχουν πλήρη δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες. Βεβαίως και αυτό θα συνιστούσε αλλαγή της τουρκικής στάσης, καθώς η Άγκυρα μέχρι τώρα δεν αναγνωρίζει καθόλου δικαιώματα των νησιών σε θαλάσσιες ζώνες.

Εξάλλου σε αυτήν τη «θεωρία» και αυθαίρετη ερμηνεία του Δικαίου της Θάλασσας στηρίχθηκε η Τουρκία προκειμένου να ανακαλύψει κοινά σύνορα με τη Λιβύη, επειδή ακριβώς δήλωσε ότι Ρόδος, Κάρπαθος και Κρήτη δεν έχουν καθόλου δικαίωμα σε θαλάσσιες ζώνες…

Κλειδί η Μέρκελ
Παράλληλα όμως η Αθήνα πρέπει να στραφεί τόσο στο Βερολίνο, όσο και στην Ουάσινγκτον. Ο μοναδικός ηγέτης της Ευρώπης που μπορεί να συζητήσει με τον Ερντογάν και διατηρεί δίαυλο επικοινωνίας μαζί του τα τελευταία χρόνια είναι η κ. Μέρκελ. Ο Κυρ. Μητσοτάκης οφείλει να επικοινωνήσει με τη γερμανίδα καγκελάριο και να εξηγήσει ότι εφόσον η Ελλάδα προκληθεί και ο Ερντογάν μείνει ανεξέλεγκτος θα οδηγηθούμε σε μείζονα κρίση, από την οποία δεν θα μείνει ανεπηρέαστη η ΕΕ, και ότι δεν θα συνεχισθεί η ευρωτουρκική σχέση σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Όσον αφορά την Ουάσινγκτον, η αποστολή της ελληνικής κυβέρνησης είναι πολύ πιο δύσκολη, καθώς το κενό εξουσίας που θα υπάρχει μέχρι τον Νοέμβριο και πρακτικά μέχρι τον Ιανουάριο του 2021, όταν θα αναλάβει ο νέος Πρόεδρος, μπορεί να θεωρηθεί ως ευκαιρία για τον Ταγίπ Ερντογάν να επιχειρήσει τετελεσμένα ενα­ντίον της χώρας μας. Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει κρύψει την απέχθειά του για εμπλοκή σε πολύ σοβαρότερα ζητήματα διεθνούς πολιτικής, πόσω μάλλον για ένα «μικρό διμερές θέμα» στην Ανατολική Μεσόγειο.

Όμως η Αθήνα οφείλει να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου στον Λευκό Οίκο και στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, προειδοποιώντας ότι εάν δεν τιθασευτεί η Τουρκία τότε η κρίση που θα προκληθεί θα οδηγήσει σε γενική αποσταθεροποίηση την ευρύτερη περιοχή, θα εμπλέξει και άλλες δυνάμεις στην αντιπαράθεση και τελικά εκτός των άλλων θα υποστεί ανεπανόρθωτο πλήγμα η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Συγχρόνως, η Αθήνα πρέπει να στείλει σαφές μήνυμα ότι είναι μεν υπέρ της εξεύρεσης λύσης στο θέμα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ μέσω διαπραγματεύσεων, αλλά προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να φύγει από τη μέση το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Διαφορετικά, θα βρεθεί να διαπραγματεύεται όχι πια για να εξασφαλίσει ότι το Καστελλόριζο αλλά και η Ρόδος και η ίδια η Κρήτη έχουν ΑΟΖ.

Πιθανότατα, όλα αυτά δεν θα είναι αρκετά για να εμποδίσουν τον Ερντογάν να κάνει το επόμενο βήμα. Τουλάχιστον, όμως, η Ελλάδα θα έχει εξα­ντλήσει όλες τις δυνατότητες προκειμένου να αποφευχθεί μια επικίνδυνη κρίση.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ


Σχολιάστε εδώ