ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ – Το κρυφό πάθος της Πηνελόπης Δέλτα

ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ – Το κρυφό πάθος της Πηνελόπης Δέλτα


Συγγραφέας:
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΝΔΟΛΟΣ


Το ξέρω πως είμαι τρελή∙ μα η αγάπη κάποιον τρελαίνει…

Ιούνιος του 1908.

Η Πηνελόπη Δέλτα βρίσκεται σε ένα σανατόριο στα περίχωρα της Βιέννης. Είναι μια γυναίκα με κηλιδωμένη ζωή. Σε αυτό το άσυλο των ταλαιπωρημένων ψυχών, μακριά από τις κόρες της, την έστειλαν για να ξεχάσει τον Ίωνα Δραγούμη, τον γοητευτικό διπλωμάτη που αγάπησε παράφορα, τον άνθρωπο που έγινε η αιτία να κλυδωνιστεί ο γάμος της. Όμως η επίσκεψή του εκεί τα αλλάζει όλα. Με φόντο τις καταπράσινες ερημιές και τα μεσαιωνικά πλακόστρωτα της κεντρικής Ευρώπης θα παλέψει για τη λύτρωση της καρδιάς της, ζώντας μαζί του τρεις μέρες που θα τη σημαδέψουν για πάντα.

Τριάντα τρία χρόνια αργότερα, τον Απρίλιο του 1941, οι Γερμανοί εισβάλλουν στην Αθήνα, και εκείνη, καθηλωμένη στο σαλόνι του σπιτιού της στην Κηφισιά, επιχειρεί τον τελευταίο απολογισμό της ζωής της, έχοντας πάρει μια μοιραία απόφαση. Να ανταμώσει στον ουρανό τον άντρα που στερήθηκε κάποτε.

Το Ιστορία χωρίς όνομα είναι ένα βαθιά συγκινητικό μυθιστόρημα για το πάθος και την απώλεια, για τον έρωτα και τη μνήμη, για τις δεσμεύσεις της οικογένειας, για το σκοτάδι του πολέμου και τις πιο δραματικές στιγμές της Ελλάδας.

Βασισμένος στα ημερολόγιά της, ο Στέφανος Δάνδολος αποτίει φόρο τιμής στον εύθραυστο ψυχισμό της σπουδαιότερης Ελληνίδας συγγραφέως του εικοστού αιώνα.

Απόσπασμα βιβλίου

Μια μέρα είδα την πόρτα του κήπου ανοιχτή και βγήκα στο δρόμο.
Είχα χαρά μεγάλη που βρέθηκα
στ’ ανοιχτά.
Μου φάνηκε ξαφνικά ο κόσμος όλος
δικός μου.
Δεν είχα μπροστά μου κάγκελα
και περικοκλάδες που σταματούν το μάτι.

π. σ. Δέλτα, Μάγκας

Έχουν μείνει μόνοι. Σαν όνειρο της φαίνεται.
«Δεν είναι κι άσχημα», σχολιάζει ο Δραγούμης ενώ κλείνει τις κουρτίνες.
Εκείνη βγάζει τα γάντια, το βέλο και το καπέλο της, και αμίλητη κάθεται στην άκρη του σοφά. Είναι τριάντα τεσσάρων ετών και νιώθει ότι έχει γεράσει δραματικά τους τελευταίους μήνες. Ναι, έχει αρχίσει και το πιστεύει πως είναι άχρωμη, θαμπή, φθαρμένη. Εξακολουθεί, φυσικά, να είναι αριστοκρατική, έξοχα στητή. Ακόμη διακατέχεται από εκείνη την τρομερή, σεληνιακή λάμψη που κάποιοι αγάπησαν πάνω της. Μα δεν αισθάνεται καθόλου όμορφη.
Αυτός, τέσσερα χρόνια νεότερός της, στα τριάντα του, δείχνει κάθε φορά πιο γοητευτικός. Λες και τα χρόνια που ζούμε χώρια σε γλυκαίνουν, θέλει να του πει, ενώ τον παρακολουθεί να πηγαινοέρχεται στο σαλονάκι, νευρικός, αναστατωμένος, χαρούμενος. Πότε κοντοστέκεται μπροστά της εξετάζοντας τη θαλασσογραφία στον τοίχο, πότε κάνει μεταβολή και ξαναφεύγει βιαστικά προς την άλλη άκρη της κάμαρας.
Για λίγα λεπτά φαντάζουν αιχμάλωτοι στο αιώνιο πεπρωμένο τους: τη βαθιά αυτή σιωπή που είναι γεμάτη έρωτα, λαχτάρα, πόθο.
Ώσπου εκείνη του λέει: «Πρέπει να γυρίσω νωρίς στην κλινική. Δε θέλω να κινήσω υποψίες».
Κι εκείνος δεν αντέχει άλλο. Ρίχνεται στον σοφά και την αρπάζει στην αγκαλιά του. Το στόμα της ανοίγει μες στο δικό του, τα κορμιά τους γίνονται ένα. Εκείνη αναστενάζει, νιώθει σαν να πετάει.
«Αχ, Ίων… Αχ, αγάπη μου…».
Μέσα σε μια στιγμή, το σκοτάδι που καταπίνει τις ζωές τους έχει γίνει φως. Της φιλάει τους ώμους, τα στήθη, την κοιλιά, πάνω από τις δαντέλες της μπλούζας, και της ψιθυρίζει λόγια που εκείνη θα τα θυμάται σε όλη της τη ζωή.
«Γλυκιά μου…» της λέει. «Γυναίκα μου… Έτσι θα σ’ έχω, δική μου, με τα πλούσια μαλλιά σου δικά μου, να τα ξεπλέκω και να τα φιλώ, να τα χαϊδεύω, να τα  αγαπώ…και η μπλούζα σου…» της λέει, «θα φοράς πάντα τέτοιες μπλούζες, με πολλές τρύπες, να φιλώ το στήθος σου και τον λαιμό σου… Όχι, λάθος! Δε θα φοράς μπλούζα, θα τη βγάζεις, γιατί θα είσαι δική μου, μόνο δική μου…»
Πόσο ανακουφισμένη νιώθει. Σαν να χαλάρωσαν τα ατσάλινα σκοινιά που ήταν δεμένα γύρω απ’ την καρδιά της.
«Ίων…λατρεμένο μου αγόρι…»
«Και θα είσαι η έμπνευσή μου, η δύναμή μου…μ’ εσένα πλάι μου θα καταπιαστώ με τα πιο μεγάλα πράγματα, θα είμαι σαν θεός κοντά σου…»
«Ω, αγαπημένε μου…»
«Και θα σε πάω σε μέρη όμορφα, μέρη που δεν τα φαντάζεσαι, θα σου δείξω κάτι πηγές στην Αρκαδία που η μαγεία τους δεν περιγράφεται, θα σου δείξω τον τόπο μας, που δεν τον ξέρεις… ναι, στο ταξίδι του γάμου μας, Πηνελόπη… σαν γίνεις γυναίκα μου, γιατί θα γίνεις γυναίκα μου! Θα γίνεις!»
Μένουν ξάφνου ακίνητοι, σαν αγάλματα πανάρχαιων εραστών. Αυτή η τελευταία φράση έχει ξεγυμνώσει βίαια την πληγή της ιστορίας τους. Δεν είναι ακόμη γυναίκα του, δεν έχει πάψει να ανήκει σε κάποιον άλλο.

Και το σκοτάδι επιστρέφει για να τους υπενθυμίσει τη φοβερή αμαρτία τους.

 

Βραβεία – Διακρίσεις

  • ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΩΝ PUBLIC ΕΝΗΛΙΚΩΝ 2018
  • ΒΡΑΒΕΙΟ PUBLIC ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 2018
  • ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΟΙΝΟΥ ATHENS VOICE 2017

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΝΔΟΛΟΣ γεννήθηκε το 1970. Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1996. Για το σύνολο του έργου του τιμήθηκε το 2009 με το Βραβείο Μπότση, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας. Το 2004 χαρακτηρίστηκε από τον Παύλο Μάτεσι ο σημαντικότερος Έλληνας συγγραφέας της γενιάς του. Έχει γράψει έντεκα βιβλία, μεταξύ των οποίων τα μυθιστορήματα Νέρων – Εγώ, ένας θεός, που εκδόθηκε με επιτυχία στην Ιταλία, και Η Χορεύτρια του Διαβόλου, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός και μεταφράστηκε στα τουρκικά.
Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορεί επίσης το μυθιστόρημά του Όταν θα δεις τη θάλασσα.
Το 2008 ο Στέφανος Δάνδολος συμπεριλήφθηκε στην Παγκόσμια Ανθολογία Νέων Συγγραφέων, με αφορμή το Young Writers World Festival, που πραγματοποιήθηκε στη Νότια Κορέα.
Το ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ είναι το δέκατο μυθιστόρημά του.


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Κατηγορία: Ελληνική λογοτεχνία, Ιστορικό Μυθιστόρημα, Αισθηματικό
ISBN: 978-618-01-2242-8
ISBN Ebook: 978-618-01-2243-5

 


Σχολιάστε εδώ