Δεν θα φύγουμε απ’ την Eυρωζώνη – Θα μας διώξουν!

Η είδηση εδημοσιεύθη στην βρετανικήν εφημερίδα «Γκάρντιαν» ολίγας ημέρας μετά την πληροφορίαν ότι γερμανοί υπουργοί συνεζήτησαν την διάλυσι του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος στην Κάτω Βουλή, την Μπούντεσνταγκ. Αν και οι παρατηρήσεις του ιταλού υπουργού εξέφραζον «προσωπικές απόψεις», εντούτοις υπεγράμμισαν τους κινδύνους που διατρέχει η νομισματική ένωσι μετά την απόρριψι του Ευρωσυντάγματος υπό της Γαλλίας και της Ολλανδίας και την απόφασι της βρετανικής κυβερνήσεως ν’ αναβάλει το δημοψήφισμά της.
Υποτίθεται ότι η πολιτική ενοποίησι είναι προαπαιτούμενον ή και αποτέλεσμα της νομισματικής ενώσεως, χωρίς τούτο να είναι και αυταπόδεικτο. Παρά ταύτα υπήρξε το επίσημον δόγμα όπισθεν της συνταγματικής συνθήκης, η αξιοπιστία της οποίας ήδη δοκιμάζεται αγρίως. Σύμφωνα με τους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» (7.6.05), «η αξιοπιστία του ευρώ που απεκτήθη στα παρελθόντα 4 έτη… χάνεται εξαιτίας της… ανευθύνου δημοσιονομικής πολιτικής της Ελλάδος, της Πορτογαλίας και της Ιταλίας»!
Η πραγματικότης, βεβαίως, έχει κι άλλες όψεις. Η ιταλική οικονομία πάσχει από καιρού από ύφεσιν. Όπως και η ευρωπαϊκή βραδυπορεί εν τω συνόλω της. Αίτιον θεωρείται η ανατίμησι πέρυσι του ευρώ και τα άκαμπτα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης. Όπως διεπιστώθη στο δείπνον των δώδεκα υπουργών Οικονομίας της ευρωζώνης, του γνωστού ως «Γιουροκρούπ», την 6η Ιουνίου στο Λουξεμβούργον, «άνεμος κρίσεως» (FT ibid, σελ. 3) φυσάει τα πανιά του ευρωσκάφους «εξαιτίας της ραγδαίας υποτιμήσεως του ευρώ, των αυξανομένων ελλειμμάτων στους προϋπολογισμούς των κρατών-μελών, της αποκλίσεως στην απόδοσι των οικονομιών των κατ’ ιδίαν χωρών και της εντεινομένης κριτικής εις βάρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπέζης ως προς την πολιτικήν επιτοκίων». Επιπροσθέτως εθίγη και το μέχρι τούδε απηγορευμένο «ταμπού» της ευρωζώνης, το αν δηλαδή έχει μέλλον το ευρώ…
Η εντεύθεν νευρικότης της διεθνούς χρηματαγοράς και η έμφυτος αναζήτησις ευκαιριών κερδοσκοπίας εξεμεταλλεύθη αμέσως τις παρατηρήσεις του Ρ. Μαρόνι και ανέβασε την επιτοκιακή διαφορά των ιταλικών ομολόγων στο 0,24 της ποσοστιαίας μονάδος επάνω απ’ τα 10ετή γερμανικά ομόλογα – στο υψηλότερο σημείον από του Οκτωβρίου 2002 (3,43%).
Η επιτοκιακή διαφορά αντανακλά το επιπλέον κόστος χρηματοδοτήσεως του τεραστίου ιταλικού δημοσίου χρέους που ανέρχεται στο 106,6% του ακαθαρίστου εθνικού προϊόντος (ΑΕΠ) της χώρας. Τυχόν, όμως, έξοδος της Ιταλίας από την ευρωζώνη θα σημάνει εκτόξευσι του κόστους αναχρηματοδοτήσεως του χρέους της και εξαφάνισι των ωφελημάτων από μίαν υποτίμησι της νέας λιρέτας. Εκτός εάν η ιταλική κυβέρνησις ισοσκελίσει τα δημόσια οικονομικά της είτε με αυξησι των φόρων είτε με περικοπή των δαπανών είτε αμφοτέρωθεν.
Τεχνικώς η επανάκτησι της νομισματικής ανεξαρτησίας δεν είναι αδύνατη. Θα ημπορούσε να πραγματοποιηθή είτε με την επάνοδο εις μίαν νέας ισοτιμίας λιρέτα (π.χ. 2.500 L/E) είτε με το λεγόμενον «διφυές» νομισματικό σύστημα, όπου θα εχρησιμοποιούντο αμφότερα στις συναλλαγές. Τόσον το ευρώ όσον και η νέα λιρέτα. Ο κίνδυνος, βεβαίως, είναι η νομοτέλεια του Αριστοφάνους: «Το κακό νόμισμα διώχνει το καλό» (βλ. κωμωδία «Βάτραχοι» και τον γνωστόν καταχρηστικώς ως «νόμον του Γκρέσαμ»).
Εάν μάλιστα εφαρμοσθή συνεπής δημοσιονομική και νομισματική πολιτική, ίσως το εθνικό νόμισμα αποβεί ισχυρότερον του κοινού ευρωπαϊκού, ως συμβαίνει με το ελβετικό φράγκον ή την βρετανική στερλίνα, που τελευταίως ανατιμώνται έναντι του ευρώ.
Το πλεονέκτημα της πολιτικής ανακτήσεως του εθνικού νομίσματος είναι ότι διαφυλάσσει την διεθνή ανταγωνιστικότητα του εγχωρίου προϊόντος, διά μιας σειράς ανταγωνιστικών υποτιμήσεων (π.χ. έναντι της Κίνας, η οποία αρνείται πεισμόνως ν’ ανατιμήσει το νόμισμά της, το ρένμινμπι), επιτρέπει την εφαρμογήν υψηλοτέρων επιτοκίων στο εσωτερικόν (ώστε να μη διαρρέουν τα κεφάλαια στο εξωτερικόν) και παρέχει διακριτικό χειρισμό της νομισματικής κυκλοφορίας (αναλόγως του κύκλου της οικονομίας). Ο πληθωρισμός ίσως ανέλθη, αλλά η τελματωμένη οικονομική δραστηριότης θα αναζωογονηθή και η ανεργία θα… εξαχθή στις χώρες με το «κοινό νόμισμα», το ευρώ – εξ ου και η καταφορά των Γερμανών κατά της προτάσεως Μαρόνι (βλ. δηλώσεις Ότμαρ Ίσιγκ και Άιχελ: «Η νομισματική ένωσι θα… εξακολουθήσει να είναι
επιτυχημένη!»).
Ταύτα μεν διά την Ιταλία, μίαν χώρα με μεγάλη βιομηχανική παραγωγή και παράδοσι, διά την οποίαν αδιαφόρησαν ο Ρομάνο Πρόντι και οι λοιποί ιταλοί «σοσιαλιστές» που ελαφρά τη καρδία έβαλαν την χώρα στην ευρωζώνη. Διά την Ελλάδα, όμως, τι ισχύει;
Εν πρώτοις, εάν η Ιταλία έχει πρόβλημα με δημόσιον χρέος 106,6% του ΑΕΠ, πόσο μάλλον η Ελλάς με αντίστοιχο χρέος 120% του ΑΕΠ; Ήδη η επιτοκιακή διαφορά των ελληνικών ομολόγων έφθασε το 0,30 της εκατοστιαίας μονάδος. Εάν η Ελλάς απεχώρει εκ της ευρωζώνης, είναι σχεδόν βέβαιον ότι η διαφορά αυτή θα ηύξανε.
Πόσον όμως;
Απάντησις: Εξαρτάται πάλι απ’ την συνεπή δημοσιονομική πολιτική και το συμμάζεμα των ελλειμμάτων. Η Δανία, που είναι εκτός ευρωζώνης, αλλά με μικρόν έλλειμμα, πληρώνει μόλις 0,01 της εκατοστιαίας μονάδος άνω των 10ετών γερμανικών ομολόγων (η βάσις συγκρίσεως), ενώ η Νέα Ζηλανδία 2,47. Δηλαδή επιτόκιον 5,68% που δεν είναι προς θάνατον. Ταύτα διά να ξεκαθαρίσωμεν με τις σπερμολογίες των εγχωρίων ευρωλάγνων και τις απειλές του χερ Άιχελ ότι «όποιο πρόβατο φύγει από την ευρωστάνη το τρώει ο κακός ο λύκος»… Αυτά είναι εξίσου ανεύθυνα λόγια.
Αλλού είναι το πρόβλημα, που δεν είναι άλλον απ’ τα τεράστια αφανή ελλείμματα του ελληνικού Δημοσίου, τα οποία προσποιούνται ο «αρμόδιοι» (αλλά και οι ξένοι δανειστές) ότι «τα ελέγχουν». Οι τελευταίοι μάλιστα βαυκαλίζονται με την υπονοουμένην ευρωπαϊκήν εγγύησιν αποπληρωμής των ελληνικών χρεών, εις περίπτωσιν στάσεως πληρωμών, η οποία εγγύησι, βεβαίως, δεν υπάρχει στην Συμφωνία του Μάαστριχτ που ίδρυσε το ευρώ.
Τα δημόσια έσοδα ηυξήθησαν το πρώτον 6μηνο με ρυθμό 3% έναντι 11% ετησίου, που απαιτεί η μείωσι του δημοσίου ελλείμματος στο 3,6% του ΑΕΠ και το οποίον προβλέπει το «επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθεροποίησης» δι’ εφέτος. Όταν τον προσεχή Οκτώβριον γίνη η επανεξέτασι της ελληνικής οικονομίας απ’ την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αποκαλυφθή η τεραστία υστέρησι των δημοσίων εσόδων και η γιγάντωσι των ελλειμμάτων, τότε θα ριφθή η ιδέα όχι να φύγει η Ελλάς από την ευρωζώνη, αλλά να εκδιωχθή κακήν κακώς, ως αποτελούσα παράδειγμα προς αποφυγήν διά τις άλλες χώρες του ευρώ παρά το μικρόν μέγεθος της οικονομίας της.
Υπάρχει, βεβαίως, πάντοτε και η εκδοχή νέων φορομπηχτικών μέτρων, αλλά δευτέρα φορολογική επιδρομή εντός πενταμήνου μάλλον θα… τρώσει καιρίως το κύρος της κυβερνήσεως, ιδίως εν όψει ενός δυσκόλου χειμώνος με το πετρέλαιον άνω των 55 (μάλιστα ανατιμωμένων) δολαρίων το βαρέλι.


Σχολιάστε εδώ