Κεντρική σελίδα | Προηγούμενα Φύλλα | Επικοινωνία

ΘΕΜΑΤΑ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ
ΔΗΜΟΤΙΚΑ
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΑΜΥΝΑ - ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ
ΚΥΠΡΟΣ
γράφουν
ΣΤΗΛΕΣ
ΘΑΡΡΑΛΕΑ
ΔΗΓΜΑ ΓΡΑΦΗΣ
ΖΙΖΑΝΙΟ
ΥΠ. ΕΞΩ(ΦΡΕΝ)ΙΚΩΝ
ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΚΑΙ... ΑΛΛΑ
ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
ΚΑΤΩ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ

Υπάρχουν 6 ακόμα άρθρα στην κατηγορία γράφουν.
Αποστολή άρθρου Προβολή σε μία σελίδα Εκτύπωση άρθρου
03/09/2017
Εθνική αποταμίευση: Βασικός παράγοντας για τη μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας
του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ Καθηγητή Οικονομίας

Σελίδες:

Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να βρίσκεται α­ντιμέτωπη με δύσκολα προβλήματα ύστερα από σχεδόν έξι χρόνια εφαρμογής του μνημονιακού προγράμματος.

Το εφαρμοζόμενο πρόγραμμα πρέπει πλέον να έχει γίνει κατανοητό από όλους ότι είναι προσανατολισμένο αποκλειστικά στη δημοσιονομική προσαρμογή της οικονομίας, με επιμέρους στόχους την εξισορρόπηση του γενικού δημοσιονομικού ελλείμματος και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και την παράλληλη δημιουργία ικανών πρωτογενών πλεονασμάτων προκειμένου να καταστεί βιώσιμο το ελληνικό δημόσιο χρέος.

Ενδιαφέρεται, ας το πούμε με απλά λόγια, αποκλειστικά να προσαρμοστεί η πλευρά της προσφοράς της ελληνικής οικονομίας, παρότι δεν το παραδέχεται ρητά, ανεξάρτητα από την πλευρά της ζήτησης. Το πρόβλημα της μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας δεν αποτελεί μέρος του προγράμματος ή -για να είμαστε περισσότερο αντικειμενικοί- θεωρείται ότι θα ακολουθήσει άμεσα και βήμα βήμα την προσαρμογή της προσφοράς. Προσέγγιση που ακολουθεί το μονοπάτι του λεγόμενου νόμου του Say -η προσφορά δημιουργεί τη ζήτηση- και ο οποίος στη σύγχρονη οικονομική θεώρηση μεταφράζεται στην άποψη ότι η δημοσιονομική προσαρμογή περιέχει εγγενείς αναπτυξιακές δυναμικές.

Η δημοσιονομική προσαρμογή, λόγω του συγκεκριμένου τρόπου που επιβλήθηκε και λόγω των μεγάλων εσωτερικών και εξωτερικών ελλειμμάτων της ελληνικής οικονομίας, προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, κατάρρευση των βασικών πυλώνων προσδιορισμού του ΑΕΠ: Της κατανάλωσης και των επενδύσεων. Πίσω από τη συγκεκριμένη κατάρρευση υπάρχει η κατάρρευση του μεγέθους της εθνικής αποταμίευσης.

Η συζήτηση γύρω από την εθνική αποταμίευση είναι εξόχως σημαντική, διότι το συγκεκριμένο μέγεθος αποτελεί βασικό προσδιοριστικό παράγοντα στη μεγέθυνση των οικονομιών. Παράλληλα, ως μακροοικονομικό μέγεθος, είναι υποκείμενο της εκάστοτε ασκούμενης οικονομικής πολιτικής.

Εκείνο που χρειάζεται πρωτίστως να γίνει κατανοητό από τους αναγνώστες αυτού του άρθρου είναι ότι το ουσιαστικό πρόβλημα για κάθε εθνική οικονομία παραμένει η συνολική εθνική αποταμίευση, δηλαδή το ποσό που αποταμιεύει μια χώρα ως σύνολο - και δευτερευόντως η αποταμίευση της μίας ή της άλλης κοινωνικής ομάδας μέσα στη χώρα. Ακολούθως θα πρέπει να ορισθεί η έννοια της αποταμίευσης, για να γνωρίζουμε με σαφήνεια περί τίνος πράγματος ομιλούμε. Εθνική ακαθάριστη αποταμίευση είναι εκείνο το κομμάτι του παραχθέντος εθνικού εισοδήματος, κατά τη διάρκεια ενός διαχειριστικού έτους, που δεν δαπανήθηκε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο αλλά παρέμεινε αδιάθετο με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη μελλοντικών αναγκών ή δαπανήθηκε στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο αλλά για μη καταναλωτικούς σκοπούς. Το μέγεθος της εθνικής ακαθάριστης αποταμίευσης μετράται ως το άθροισμα της ακαθάριστης εγχώριας επένδυσης (ακαθάριστη αύξηση του παραγωγικού κεφαλαίου) συν την ακαθάριστη επένδυση στο εξωτερικό (αύξηση των ακαθάριστων απαιτήσεων επί της αλλοδαπής). Με άλλα λόγια, το μέγεθος της ακαθάριστης αποταμίευσης ισούται με το ποσό του παραγόμενου εισοδήματος που δαπανάται για το χτίσιμο περισσότερων εργοστασίων, δρόμων, λιμανιών, υποδομών για τηλεπικοινωνίες, κ.λπ., ή για την αγορά στοιχείων του εξωτερικού από τους ξένους, είτε επενδύοντας στο εξωτερικό είτε αποπληρώνοντας παλαιοτέρα δάνεια που η χώρα είχε λάβει από το εξωτερικό. Οι οικονομολόγοι θεωρούν ότι η εθνική ακαθάριστη αποταμίευση είναι το άθροισμα της ιδιωτικής αποταμίευσης (δηλαδή το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων) και της δημόσιας αποταμίευσης (δηλαδή το διαθέσιμο εισόδημα του κράτους). Το διαθέσιμο εισόδημα του κράτους μπορεί να είναι θετικό ή αρνητικό, γεγονός που εξαρτάται από την ύπαρξη δημοσιονομικού πλεονάσματος ή ελλείμματος. Από τον τρόπο που μετράται η ακαθάριστη εθνική αποταμίευση συνάγεται και η σπουδαιότητά της για τη μεγέθυνση του εθνικού εισοδήματος. Ουσιαστικά πρόκειται για το μέρος του παραγόμενου εισοδήματος που μετατρέπεται σε επενδύσεις πάσης φύσεως, απαραίτητη προϋπόθεση για να αυξάνεται με ρυθμούς υψηλότερους το μελλοντικό εισόδημα της χώρας. Άμα πέφτει η αποταμίευση και η επένδυση θα καμφθεί. Όσο μικραίνει η εθνική αποταμίευση τόσο η χώρα μπορεί να βρεθεί σε στενότητα πόρων, γεγονός που θα μειώσει τις αναπτυξιακές της προοπτικές. Η στενότητα των πόρων οδηγεί αναπόφευκτα στον δανεισμό από το εξωτερικό και στην εξάρτηση από το δανειστικό ξένο κεφάλαιο. Όσο υπάρχουν πρόθυμοι δανειστές να σε δανείζουν ας πούμε ότι υπάρχει μία λύση, όχι η επιθυμητή, αλλά τέλος πάντων είναι μία λύση. Τα έντονα προβλήματα αρχίζουν όταν λιγοστεύουν οι διαθέσιμοι δανειστές. Τότε δημιουργείται στενότητα πόρων, δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν οι απαραίτητες επενδύσεις στη χώρα, μειώνεται ο ρυθμός μεγέθυνσης του εισοδήματος, μειώνεται εκ νέου η δυνατότητα αποταμίευσης και η οικονομία μπαίνει σε διαδικασία καθόδου της οικονομικής δραστηριότητας που τις περισσότερες φορές, αν δεν παρθούν τα κατάλληλα μέτρα, οδηγεί σε ύφεση και σε αποτελμάτωση. Μετά τα παραπάνω που ειπώθηκαν, μπορούμε τώρα να ρίξουμε μια ματιά στο πώς διαμορφώνεται η αποταμίευση στην ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια.

Η μείωση της ακαθάριστης εθνικής αποταμίευσης και η διαρκής υποχώρησή της ως ποσοστού του ΑΕΠ την τελευταία 20ετία προκύπτει ανάγλυφα από τα εθνικολογιστικά στοιχεία (Πίνακας 1), αφού από 18,5% την πενταετία 1992-1996 υποχώρησε σε 9,30% το 2015. Τα ποσοστά αυτά αποκλίνουν σημαντικά από τον μέσο όρο των χωρών της ζώνης του ευρώ, όπως φαίνεται από τα στοιχεία του Πίνακα 1.

Στο Διάγραμμα 1 παρουσιάζεται η εξέλιξη του ποσοστού αποταμίευσης των νοικοκυριών και των ΜΚΙΕΝ, που ορίζεται ως η ακαθάριστη αποταμίευση προς το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα, κατά την περίοδο 2006-2014. Ειδικότερα, το 2014 το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών και των ΜΚΙΕΝ ήταν -6,0% έναντι -4,2% το 2013. Η μείωση σε αρνητικό επίπεδο της αποταμίευσης των νοικοκυριών στην ελληνική οικονομία μόνο αρνητικές συνέπειες μπορεί να έχει για τις μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις στην οικονομία της χώρας. Η αρνητική αποταμίευση των ελληνικών νοικοκυριών είναι σημαντική και προοιωνίζεται μείωση του βιοτικού επιπέδου στο μέλλον, καθώς δεν μπορεί να συνεχισθεί η στήριξη της κατανάλωσης και των όποιων επενδύσεων κάνουν τα νοικοκυριά από τα έτοιμα και με το τραπεζικό σύστημα να βρίσκεται σε φάση απομόχλευσης.

Το καυτό ερώτημα που αφορά το μέλλον της ελληνικής οικονομίας είναι προφανώς οι τρόποι αύξησης της εθνικής αποταμίευσης. Βεβαίως, η διέξοδος είναι η ανάπτυξη, αν και θα πάρει αρκετά χρόνια για να επιστρέψει η κανονικότητα στην οικονομία, καθώς τα νοικοκυριά θα προσπαθούν να αναπληρώσουν τις χαμένες αποταμιεύσεις τους, να αποπληρώσουν δάνεια, ληξιπρόθεσμες οφειλές κ.ο.κ.

Οι προοπτικές είναι δυσοίωνες με βάση τις μέχρι τώρα εξελίξεις αλλά και από τις υπάρχουσες αρνητικές προβλέψεις για το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και την ασήμα­ντη εισροή επενδύσεων από το εξωτερικό. Στην καλύτερη εκδοχή, οι εξελίξεις σε αυτόν τον τόσο κρίσιμο τομέα προοιωνίζονται αργές και δύσκολες, σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας και υψηλής γεωπολιτικής ρευστότητας.

ΥΓ.: Το κυριότερο ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσει το οικονομικό επιτελείο είναι το ακόλουθο: Κατανοεί ότι η συνειδητή επιλογή του για υπέρμετρη αύξηση του φορολογικού και ασφαλιστικού βάρους της οικονομίας (στο όνομα της ανακατανομής τους εισοδήματος υπέρ των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων) οδηγεί, μαζί με τις μειώσεις των πάσης φύσεως αμοιβών εργασίας, σε συρρίκνωση του συνολικού προς ανακατανομή εισοδήματος και συνεπώς στην επιλογή χαμηλών εισοδηματικών μεριδίων, κάτι που προφανώς οδηγεί τη χώρα σε πολύ χαμηλές θέσεις μεταξύ των οικονομιών των κρατών της ΕΕ; Πρόκειται για επιλογή όχι μόνο λανθασμένη, αλλά επικίνδυνη και ατελέσφορη. Επί της ουσίας αποτελεί έκφανση ενός ιδεολογήματος, δεδομένου ότι επιχειρείται να εφαρμοσθεί σε ένα οικονομικό περιβάλλον εντελώς αντίθετο από αυτό που θα είχε ορισμένες ελπίδες να επιτύχει.


Σελίδες: