Ημ. Φύλλου: 29/01/2017

29/01/2017
Δύο χρόνια: Πόλεμος και αντίσταση
Του ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΓΚΙΒΑΛΟΥ Αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών

Oι επετειακές αναφορές και οι απολογισμοί μιας κυβερνητικής θητείας, μιας περιόδου διακυβέρνησης, είχαν ισχύ και χρησιμότητα ως μια διαδικασία αναστοχασμού, κριτικής αποτίμησης και εξαγωγής χρήσιμων συμπερασμάτων για το μέλλον σε παλαιότερες περιόδους, όπου οι εξελίξεις είχαν γραμμικό χαρακτήρα και ο πολιτικός χρόνος κυλούσε ομαλά και ευθύγραμμα…

Όμως στις ημέρες μας το τοπίο, τόσο διεθνώς όσο και στη χώρα μας, έχει κυριολεκτικώς, ανατραπεί.

Ποιος, στΆ αλήθεια, μπορούσε να εκτιμήσει, να προβλέψει πριν από μόλις δύο χρόνια τη μείζονα ευρωπαϊκή κρίση, το Brexit, την εκλογή του Τραμπ στην Προεδρία των ΗΠΑ;

Αυτές οι κοινότυπες πλέον διαπιστώσεις μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι μεθοδολογικές μας προσεγγίσεις, οι όποιες αναλύσεις και προβλέψεις μας θα πρέπει να εγκαταλείψουν οριστικά τις επιφανειακές - εμπειρικές εκτιμήσεις και να αναχθούν στις ευρύτερες, δομικού χαρακτήρα διεργασίες που συντελούνται στο σύνθετο και συνεχώς μεταβαλλόμενο πλέγμα σχέσεων μεταξύ της χρηματοπιστωτικής δομής, της πολιτικής εξουσίας και των ραγδαίων κοινωνικών αλλαγών.

Αυτές οι σκέψεις και οι προβληματισμοί επικαιροποιούνται από το τυπικού χαρακτήρα γεγονός, τη συμπλήρωση δηλαδή δύο χρόνων από τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου του 2015 και την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση. Όμως, πίσω από μια συμβολική ημερομηνία είμαστε υποχρεωμένοι να αναζητήσουμε και να κατανοήσουμε τα βασικά γεγονότα, τις κρίσιμες, ιστορικής σημασίας εξελίξεις που συντελέσθηκαν, με επίκεντρο τη διετία αυτή, σε όλη την επταετή μνημονιακή περίοδο.

Ασφαλώς, η κυβερνητική διετία της συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ δικαιούται να κριθεί με βάση τη γραμμική σχέση και σύγκριση μεταξύ των υπεσχημένων και όσων πραγματοποιήθηκαν αλλά και των παραλείψεων και των αστοχιών των κυβερνήσεων της διετίας αυτής. Όμως η αποτίμηση αυτή θα είναι τουλάχιστον ανεπαρκής ή και λανθασμένη εάν δεν περιλάβει και δεν αποτιμήσει την κυβερνητική πράξη με βάση τους ευρύτερους δυσμενείς συσχετισμούς και τη συστηματική πολεμική που ασκήθηκε και ασκείται κατά της χώρας και της κυβέρνησης από το πιο συντηρητικό τμήμα της γερμανικής ελίτ, χωρίς παράλληλα να αγνοήσει τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Η υπονομευμένη άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία

Πρώτο δεδομένο: Η συγκυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ ήδη από την αρχή του φθινοπώρου του 2014 είχε προδιαγράψει την πορεία της πτώσης της. Δεν ψήφισε τα σκληρά μνημονιακά μέτρα, που από τον Μάρτιο του 2014 τα παρέπεμπε συνεχώς στην επόμενη περίοδο, ενώ η καθαρώς οικονομική αποτυχία του μνημονιακού προγράμματος είχε ήδη προκαθορίσει νέα μέτρα τουλάχιστον 12 δισ. ευρώ για το 2015… Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας αποτέλεσε το θεσμικό πρόσχημα για την αποχώρηση της συγκυβέρνησης και την άμεση προκήρυξη εκλογών. Γιατί πράγματι οι ασθενείς πολιτικά υποψηφιότητες που πρότεινε ο Αντ. Σαμαράς για το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας προδιέγραφαν de jure και de facto την πτώση της κυβέρνησης…

Η πτώση όμως αυτή ήταν ενταγμένη σε ένα ευρύτερο σχέδιο που είχε καταρτισθεί με την αρμονική συνεργασία και συνεργεία του Β. Σόιμπλε και της εγχώριας πολιτικοοικονομικής συστημικής ελίτ. Η αποχώρηση των μνημονιακών συγκυβερνώντων, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, θα ήταν προσωρινή (ένα είδος στιγμιαίας παρένθεσης από την εξουσία), καθΆ όσον η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση ήταν παντοειδώς υπονομευμένη και θα διαρκούσε ένα βραχύ διάστημα, όχι πέραν των πρώτων μηνών της άνοιξης του 2015…

Επρόκειτο για το περίφημο σχέδιο της «αριστερής παρένθεσης», το οποίο παρέμεινε και παραμένει ακόμα ως έναν βαθμό το βασικό πολιτικό στρατήγημα της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και των συστημικών - διαπλεκόμενων συμφερόντων. Αφού και η ίδια η πρώτη συμφωνία με τους δανειστές, αυτή της 20ής Φεβρουαρίου, υπονομεύθηκε και τινάχθηκε ουσιαστικά στον αέρα από το «σύστημα» Σόιμπλε, οδηγηθήκαμε στα ακραία αδιέξοδα, στο δημοψήφισμα, στη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ και στην πτώση, κατΆ ουσίαν, της κυβέρνησης… Το πραξικόπημα της 13ης Ιουλίου του 2015, οι απηνείς εκβιασμοί και οι ανοικτές και επίσημες προτάσεις του Β. Σόιμπλε για την εθελουσία έξοδο της χώρας μας από την Ευρωζώνη αποτέλεσαν το βαρύ πυροβολικό του πολιτικού πολέμου που είχε εξαπολυθεί κατά της κυβέρνησης και της χώρας μας.

Το πραξικόπημα της 13ης Ιουλίου είχε πολλαπλό πολιτικό, κοινωνικό και ιδεολογικό χαρακτήρα. Απέβλεπε, κατΆ αρχάς, στην απαξίωση και στην τιμωρία ενός λαού που τόλμησε να υψώσει τη φωνή του και να ζητήσει μια αξιοπρεπή διαπραγμάτευση μέσω του δημοψηφίσματος. Κατά δεύτερον, ενεργοποιούσε τους μηχανισμούς πτώσης μιας κυβέρνησης, που αντίθετα προς τις διακηρύξεις και την ιδεολογικοπολιτική της ταυτότητα ψήφισε ένα τρίτο, επαχθές Μνημόνιο.

Κατά τρίτον, το πραξικόπημα της 13ης Ιουλίου και το 3ο Μνημόνιο απέβλεπαν στη διαιώνιση της αποικιοποίησης της χώρας μας, στην επιβεβαίωση του απροσβλήτου της γερμανικής κυριαρχίας, ώστε να αποτραπούν οι όποιες αντιστάσεις ή απείθαρχες στάσεις από άλλες κυβερνήσεις και λαούς.

Η παρένθεση της «αριστερής παρένθεσης»

Τουλάχιστον στο πρώτο της σκέλος η στρατηγική αυτή ανετράπη με το εκλογικό αποτέλεσμα του Σεπτεμβρίου του 2015. Η επανεκλογή του ΣΥΡΙΖΑ, η επάνοδος της κυβέρνησης συνεργίας ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ αποτέλεσε ένα είδος κοινωνικής και πολιτικής αντίστασης, μια στάση ατομικής και συλλογικής αξιοπρέπειας που εκφράσθηκε μέσω της κοινωνικής πλειοψηφίας. Αυτή ακριβώς η στάση όπως και το συντριπτικό πολιτικό μήνυμα του δημοψηφίσματος εγγράφονται ως σημαντικά ιστορικά συμβάντα της τελευταίας διετίας.

Έκτοτε, υπό ιδιαίτερα δυσμενείς οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, η κυβέρνηση διαχειρίζεται το άχθος του τρίτου Μνημονίου. Η παραγωγική αποδιάρθρωση παραμένει και σε κάποιους τομείς συνεχίζεται. Η αγοραστική δύναμη είτε βρίσκεται καθηλωμένη είτε σε κάποιες περιπτώσεις μειώνεται. Κρίσιμοι, κοινωνικού χαρακτήρα, θεσμοί, όπως η Παιδεία, η Υγεία, η περίθαλψη, επιβιώνουν οριακά. Το περίφημο παράλληλο πρόγραμμα δεν μπόρεσε να ενεργοποιηθεί αποτελεσματικά σε εισοδηματικό - αναπτυξιακό επίπεδο. Κάλυψε όμως, σε επίπεδο κοινωνικής και οικονομικής συνεισφοράς και αλληλεγγύης, εκατομμύρια ανασφαλίστων και πενομένων πολιτών.

ΣΆ αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο πολιτικός πόλεμος των δανειστών και ιδιαίτερα του «συστήματος» Σόιμπλε δεν εξαντλείται στην αυστηρή εφαρμογή των μνημονιακών δεσμεύσεων αλλά αποβλέπει στην απαγόρευση κάθε φιλολαϊκής πολιτικής, ώστε να μην μπορέσει η κυβέρνηση να αποκτήσει ευρύτερη κοινωνική νομιμοποίηση και κάποια περιθώρια πολιτικής αυτονομίας. Όσα απαράδεκτα συνέβησαν με το χριστουγεννιάτικο εφάπαξ επίδομα προς τους συνταξιούχους αποτελεί κορυφαία εκδήλωση της στρατηγικής αυτής.

Ασφαλώς η κυβέρνηση παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα και κενά στο επίπεδο της καθημερινής διαχείρισης και παρέμβασης. Είναι γεγονός ότι ο κρατικός μηχανισμός, οι δημόσιες υπηρεσίες επλήγησαν καίρια με τις απολύσεις και τις αποχωρήσεις, που έφθασαν τις 250.000… Όμως η γραφειοκρατία, η δυσλειτουργία, η αναποτελεσματικότητα εξακολουθούν να ταλαιπωρούν τους πολίτες.

Πολιτική ρήξη με τη διαπλοκή

Στο θετικό πολιτικό κεφάλαιο της κυβέρνησης θα πρέπει να προσμετρηθεί ασφαλώς η μάχη κατά της διαπλοκής και των άνομων - συστημικών συμφερόντων, η ισχύς των οποίων δεν εξαντλείται στο οικονομικό και επικοινωνιακό πεδίο αλά έχει διεισδύσει στα κόμματα, στο πολιτικό σύστημα, ακόμα και σε θύλακες της δικαιοσύνης.

Παρά κάποιες επιμέρους πολιτικές απώλειες και συμβιβασμούς, η νομιμοποίηση του τηλεοπτικού πεδίου, η ρήξη με τους βαρόνους των ΜΜΕ -που απογυμνώθηκαν πλήρως στην αντίστοιχη Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής- αποτελεί ένα σημαντικό ιστορικό βήμα, με την προϋπόθεση της επιτυχούς ολοκλήρωσής του.

Θα πρέπει επιπρόσθετα να επισημάνουμε ένα μείζον ζήτημα, ιστορικού χαρακτήρα, που επηρεάζει τις εξελίξεις σΆ ολόκληρη την Ευρώπη με ιδιαίτερο βάρος στην περιοχή μας. Είναι το κρίσιμο πρόβλημα του Προσφυγικού, που επιβαρύνει ασύμμετρα τη χώρα μας, η οποία απέβη τελικώς χώρος εγκλωβισμού άνω των 60.000 προσφύγων, ενώ η Ελλάδα -όπως και η Ιταλία- έμεινε ουσιαστικά αβοήθητη να αντιμετωπίσει το μείζον αυτό ευρωπαϊκό πρόβλημα. Η ελληνική κοινωνία επέδειξε υψηλό ήθος και αλληλεγγύη προς τους πρόσφυγες, αντίθετα προς τα ρατσιστικά - ακροδεξιά φαινόμενα και τα τείχη που υψώθηκαν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με πρωταγωνίστριες εκείνες του Visegrad, σημείο των καιρών ή καλύτερα της ιστορικής ηθικής, κοινωνικής και πολιτισμικής κατάρρευσης της Ευρώπης.

Πέραν όμως της κυβέρνησης, των επιτυχιών, των αποτυχιών και των αστοχιών της, θα πρέπει να κριθεί και η ίδια η αντιπολίτευση. Η ΝΔ με επικεφαλής τον Κυρ. Μητσοτάκη διεύρυνε και ολοκλήρωσε τον ιστορικό μετασχηματισμό της σΆ έναν ακροδεξιό - νεοφιλελεύθερο σχηματισμό που λειτουργεί ανοικτά και ανενδοίαστα ως πολιτικοϊδεολογικός εκφραστής και ως κομματικός νομιμοποιητικός μηχανισμός των πλέον ακραίων απόψεων των δανειστών και των συμφερόντων της εγχώριας διαπλοκής. Θέλουμε για άλλη μια φορά να επισημάνουμε ότι στην επταετία των Μνημονίων η απαξίωση και η κατάπτωση που επήλθε στους παραδοσιακούς φορείς διακυβέρνησης, το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, είναι ακόμα πιο κρίσιμη για τη Δημοκρατία από την ίδια την οικονομική κρίση. Όμως ο πολιτικός πόλεμος συνεχίζεται αδυσώπητος κατά της χώρας και της ελληνικής κυβέρνησης. Με αφορμή τη συμμετοχή του ΔΝΤ, το αντιδραστικό κύκλωμα του Β. Σόιμπλε συνεχίζει το παιγνίδι των εκβιασμών και των πιέσεων. Όμως, εάν δεν αλλάξουν σημαντικά οι πολιτικοί συσχετισμοί στην Ευρώπη, εάν οι ίδιοι οι λαοί δεν πρωταγωνιστήσουν, τότε το μέλλον προδιαγράφεται δυσοίωνο. Τα δύο τελευταία χρόνια, στο επίπεδο των εξελίξεων στην Ευρώπη, αποδεικνύουν ότι πλησιάζουμε ήδη τα μη αναστρέψιμα όρια προς τη διάλυση της πάλαι ποτέ κραταιάς Ευρωπαϊκής Ένωσης.