Η χώρα σε επικίνδυνες συμπληγάδες, χωρίς ξεκάθαρους στόχους και στρατηγική

Η χώρα σε επικίνδυνες συμπληγάδες, χωρίς ξεκάθαρους στόχους και στρατηγική


Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.


Τα μέτωπα που αντιμετωπίζει η χώρα είναι πολλά. Το μεγαλύτερο είναι το εσωτερικό, γιατί αυτό είναι καταλυτικό για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται και τα άλλα. Ένα πρώτο παράδειγμα είναι το οικονομικό. Συμπληρώθηκε μια ολόκληρη δεκαετία από την έναρξη της κρίσεως και η χώρα είναι ακόμη σε πλήρες αδιέξοδο.

Γιατί δεν εξήλθε ακόμα από την κρίση; Σε τι οφείλεται; Στο παρελθόν η έξοδος από την κρίση είχε μια ορισμένη πολιτική, που έμοιαζε με ιατρικό πρωτόκολλο: Προσφορά ρευστότητας για τη διατήρηση και ενίσχυση της απασχολήσεως και μέσω αυτής της αναπτύξεως. Δημόσιες επενδύσεις για να λειτουργήσουν και ως καταλύτης ιδιωτικών και ξένων επενδύσεων. Προσπάθειες, σε δεύτερο στάδιο, για το συμμάζεμα και τη μείωση του αναπόφευκτου πληθωρισμού.

Ο αντίλογος σήμερα είναι φυσικά η υπενθύμιση ότι είμαστε τώρα στην Ευρωζώνη, δεν έχουμε τον έλεγχο του νομίσματός μας και της νομισματικής μας πολιτικής και ότι δεν μπορούμε να κάνουμε αυτά που κάναμε παλιά. Αντιθέτως, πρέπει τώρα να κάνουμε αυτά που καθορίζουν οι κοινοί κανόνες της Ευρωζώνης και της «ανεξάρτητης» Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Η αυτονόητη απορία του καθενός είναι φυσικά: Γιατί υπήρχαν τρόποι προηγουμένως για την αντιμετώπιση μιας κρίσεως και δεν υπάρχουν τρόποι σήμερα, ή οι υποδεικνυόμενοι τρόποι είναι ατελέσφοροι, στο Ευρωπαϊκό μάλιστα πλαίσιο, που, υποτίθεται, ότι είναι πολύ ισχυρότερο, πολύ πλουσιότερο και πολύ καλύτερα οργανωμένο; Η απάντηση βρίσκεται στην απόσταση που χωρίζει το Ευρωπαϊκό όραμα από την πραγματικότητα που αντιπροσωπεύει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικότερα η Ευρωζώνη.


 Προφανώς, η Ευρωπαϊκή ιδέα εξόκειλε…


Δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά που την προσδιορίζουν και αναδεικνύουν το χάσμα που υπάρχει μεταξύ της αρχικής Ευρωπαϊκής ιδέας και της σημερινής πραγματικότητας.
Το πρώτο είναι η αποτυχία της Ευρώπης να εξελιχθεί σε πραγματική πολιτική Ένωση. Είναι μόνο μια κοινή αγορά, με μια επίφαση και μετέωρη φιλοδοξία πολιτικής Ενώσεως. Είναι γνωστό όμως ότι σε κάθε αγορά κυριαρχούν συσχετισμοί ισχύος και επιβάλλονται οι ισχυρότεροι. Αυτό έγινε και στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Το ισχυρότερο μέλος, η Γερμανία, έγινε και το κυρίαρχο μέλος.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ταύτιση της Ευρώπης με την παγκοσμιοποίηση, με κοινό παρονομαστή τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό. Πώς είναι δυνατόν μια ομάδα κρατών που επιδιώκει την ενοποίησή της να ταυτίζεται με στόχους και ιδέες παγκόσμιας αγοράς, καταργήσεως των συνόρων, καταλύσεως των εθνικών κρατών και παγκόσμιας διακυβερνήσεως;

Προφανώς, η Ευρωπαϊκή ιδέα εξόκειλε. Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρησιμοποιείται ως μέσο και ως πρακτορείο για κάτι άλλο που την υπερβαίνει. Την παγκοσμιοποίηση. Ποιος εξουσιοδότησε τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών να προαγάγει έναν τέτοιο στόχο, ως όργανο μιας διεθνούς, ολιγαρχικής, κεφαλαιοκρατικής ελίτ;

Ο καθένας αντιλαμβάνεται τι σημαίνουν για την Ελλάδα οι εξελίξεις αυτές, όταν ιδίως έσπευσε η ίδια, με προεξάρχοντα τον μοιραίο πρώην πρωθυπουργό της Σημίτη, να ενταχθεί στην Ευρωζώνη και να παραιτηθεί της νομισματικής της κυριαρχίας, ενώ δεν είχε τις προϋποθέσεις για ισότιμο ανταγωνισμό και κανένα πραγματικό σύστημα ασφαλείας για να την καλύψει σε περίπτωση κρίσεως. Ο Κώστας Σημίτης διετυμπάνιζε όμως ανευθύνως ότι δήθεν το ευρώ ήταν για την Ελλάδα ομπρέλα προστασίας.

Η Ελλάδα εγκλωβίστηκε έτσι σε μια θανάσιμη παγίδα, που έδειξε όλη την καταστροφικότητά της κατά το ξέσπασμα της διεθνούς κρίσεως του 2008 – 2009. Με τη σύμπραξη των αναξίων ηγετών της αποδέχθηκε ένα απίστευτο bail out (διάσωση) των τραπεζών της, ύψους 230 δισ. ευρώ, για να μην κινδυνεύσουν το ευρώ, η Ευρωζώνη και ξένοι ομολογιούχοι! Η κρίση υπερέβαινε, προφανώς, την Ελλάδα. Ήταν διεθνής και Ευρωπαϊκή. Αντί όμως οι Ευρωπαίοι ηγέτες να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα μέσα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ως ένα κοινό Ευρωπαϊκό πρόβλημα, φόρτωσαν ένα πολύ δυσανάλογο βάρος στη μικρή Ελλάδα και υποθήκευσαν πλήρως το μέλλον της με τα γνωστά Μνημόνια.

Πώς θα βγει τώρα η χώρα από το αδιέξοδο; Πώς θα αναπτυχθεί χωρίς, ουσιαστικά, τραπεζικό σύστημα και ρευστότητα, με εξοντωτική φορολογία και υπερπλεονάσματα, χωρίς ουσιαστικές, δημόσιες επενδύσεις και το κατάλληλο κλίμα για ιδιωτικές και ξένες επενδύσεις; Το χειρότερο με την κατάσταση αυτή είναι επιπλέον η ιδεολογική δουλειά.


 Οι ιθύνοντες της χώρας έχουν σιωπηρά παραιτηθεί από το αίτημα για την περικοπή του χρέους.


Αποδέχονται, δηλαδή, αυτό που υποστηρίζουν οι δανειστές, ότι το χρέος είναι δήθεν «βιώσιμο». Η «βιωσιμότητα» αυτή προϋποθέτει, βεβαίως, τη βαριά φορολογία, τα πλεονάσματα, την αρπαγή της δημόσιας και της ιδιωτικής περιουσίας. Με δύο λόγια, το πλήρες αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται η χώρα.

Το οικονομικό, παρά τη δραματική του διάσταση, δεν είναι όμως το μόνο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα. Η οικονομική κρίση την αποδυναμώνει και υπονομεύει την εθνική της ασφάλεια και τον γεωπολιτικό της ρόλο. Μακάρι όμως να ήταν μόνο ο αντικειμενικός παράγων της οικονομικής αποδυναμώσεως. Κοντά σ’ αυτόν προστίθενται και υποκειμενικοί, ιδεοληπτικοί παράγοντες, που δεν είναι καθόλου λιγότερο επικίνδυνοι και συντελούν σε μια γενικότερη εθνική αποδυνάμωση.

Τα παραδείγματα, δυστυχώς, αφθονούν. Ένα πρώτο είναι το φιάσκο με τα Σκόπια, στο οποίο ενέπλεξαν τη χώρα με έωλους ισχυρισμούς ότι δήθεν θα έλυναν το πρόβλημα. Ο καθένας βλέπει σήμερα πού οδηγεί η περίφημη «Συμφωνία των Πρεσπών». Υπό τις συνθήκες αυτές, η μόνη σωστή επιλογή είναι η εύσχημη απαγκίστρωση, για να προληφθούν τα χειρότερα. Θα το πράξουν όμως η κυβέρνηση και οι βουλευτές της πλειοψηφίας, που θα βρεθούν σύντομα μπροστά στο δίλημμα της επικυρώσεώς της;

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι η αμυντική ετοιμότητα. Ο καθένας αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες που δημιουργεί η σημερινή οικονομική κατάσταση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται η ολιγωρία και η αδράνεια ενώπιον του άμεσου κινδύνου. Ακόμη και υπό τις παρούσες συνθήκες, πρέπει να βρεθούν τρόποι για την άμεση ενίσχυση της άμυνας της χώρας.

Ένα τρίτο παράδειγμα, και καθόλου τρίτο σε σημασία, είναι η συνεχιζόμενη ανεδαφική και άκρως επικίνδυνη για τη χώρα πολιτική των ανοικτών συνόρων στη λαθρομετανάστευση. Διαγράφεται μάλιστα στον ορίζοντα τώρα και μια πιο απειλητική προοπτική: το περιβόητο Παγκόσμιο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση, που θα επικυρωθεί, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, στις 10 και 11 Δεκεμβρίου, στο Μαρακές του Μαρόκου. Το Σύμφωνο φιλοδοξεί να καταστήσει νόμιμο το «δικαίωμα» στη μετανάστευση. Ήδη 11 χώρες αρνήθηκαν να επικυρώσουν το Σύμφωνο. Μεταξύ αυτών οι ΗΠΑ, η Αυστραλία, το Ισραήλ, η Ιταλία, η Τσεχία, η Ελβετία, η Κροατία, η Ουγγαρία, η Πολωνία και η γειτονική μας Βουλγαρία.

Τι θα πράξει η χώρα μας; Θα σπεύσει να «πρωτοπορήσει», ως συνήθως, υπέρ και του επικίνδυνου αυτού Συμφώνου, που υποκρύπτει επιτηδείως το «δικαίωμα» μεταναστεύσεως οποιουδήποτε στην Ευρώπη και καταργεί οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ νόμιμου και παράνομου μετανάστη και μεταξύ μετανάστη και πρόσφυγα;

Η απαρίθμηση των παραδειγμάτων δεν τελειώνει εδώ. Υπάρχουν, δυστυχώς, και πολλά άλλα, είτε αυτά εντάσσονται στους στόχους ενός απροκάλυπτου εθνομηδενισμού, εχθρότητας κατά της Ορθοδοξίας και της Ελληνικής κλασικής Παιδείας είτε σε θέσεις και πολιτικές για επιμέρους εθνικά και άλλα θέματα.


Σχολιάστε εδώ