Κυνηγοί Ζωής

Κυνηγοί Ζωής


Συγγραφέας
Alexa Merian


“Σε σιχαίνομαι! Είσαι ένα τέρας που το μόνο που κυνηγάει είναι το αίμα!” του φώναξα και εκείνος χαμογέλασε διαβολικά.
“Το ξέρω, έρωτα. Δεν περίμενα την επιβεβαίωση σου.” είπε σκληρά και δεν ένιωσα έκπληξη. Για την ακρίβεια δεν ένιωθα τίποτα άλλο πέρα από θυμό.
“Εμπρός, έρωτα… Ρίξε μου… Φρόντισε μόνο να μην αστοχήσεις γιατί τότε θα υποφέρεις στα δικά μου χέρια.” είπε άγρια και μου ξέφυγε ένα γελάκι.
“Ποτέ δεν αστοχώ.” είπα και πάτησα την σκανδάλη…

Το όνομά της Βαλεντίν. Ή έτσι θέλει να λέει στον κόσμο. Περιπλανιέται στους δρόμους του Λονδίνου σαν άγνωστη, σαν κυνηγημένη ενώ κανείς δεν γνωρίζει ποια είναι η πραγματική της ιστορία. Όλα πηγαίνουν όπως θα ήθελε εκείνη όμως η μοίρα αποφασίζει να την δοκιμάσει και στέλνει στον δρόμο της το παρελθόν. Γνωρίζει από την αρχή τι σημαίνει οικογένεια, αγάπη και πραγματικός πόνος και αυτό μέσα από ένα ζευγάρι μπλε μάτια.

Ξεχάστε τα τρυφερά λόγια και τις ρομαντικές σκηνές! Σε αυτή την ιστορία κυρίαρχος του παιχνιδιού είναι το πάθος! Το ωμό, κυνικό, σκληρό, φλογερό πάθος που σε κάνει να διψάς για περισσότερα! Πάθος για εξουσία, πάθος για εκδίκηση, πάθος για κατάκτηση, πάθος για ζωή!

Μια ιστορία σαν του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας στην πιο διεστραμμένη της μορφή.

 

Απόσπασμα βιβλίου

«Μπορείς να αφήσεις το παιχνίδι σου εκεί και να διαλέξεις ένα κανονικό όπλο» είπε χωρίς να με κοιτάξει. Αποσβολώθηκα. Πώς στον διάβολο το είχε καταλάβει; Και τι ήταν όλα αυτά; Κοιτούσα την ντουλάπα με τα όπλα με θαυμασμό και… εκείνος κατάλαβε ότι δεν κουνιόμουν και γύρισε για να με κοιτάξει.
«Τελείωνε. Δεν θα φάμε όλη τη μέρα μαζί σου» είπε ψυχρά και σαν απάντηση μου ξέφυγε ένα γρύλισμα. Πλησίασα και βγάζοντας το κουζινομάχαιρο από την κρυψώνα του, το άφησα να πέσει με θόρυβο.
«Μα καλά, πού το είχε χώσει όλο αυτό;» ρώτησε ένας από τους φουσκωτούς και οι περισσότεροι γέλασαν.  Γύρισα προς το μέρος τους με ένα ειρωνικό χαμόγελο και πετάρισα τα μάτια μου.
«Σκύψε και μπορώ να σου δείξω άνετα που μπορεί να μπει αυτή η λεπίδα» είπα με μία γλυκιά φωνή και, ενώ όλοι τον γιουχάρανε, εκείνος φάνηκε να νευριάζει με το σχόλιό μου. Τους αγνόησα και ύστερα συνέχισα να βγάζω ό,τι είχα προλάβει να αρπάξω από το σπίτι. Είχα σπάσει και μερικά γυαλικά από το δωμάτιο ενώ τα θραύσματά τους τα είχα κρύψει στις μπότες μου. Τα έβγαλα και αυτά και τα πέταξα κάτω.
Ο Κίλιαν κοιτούσε άγρια τον Λίαμ, μάλλον επειδή δεν κατάλαβε πότε πήρα το μαχαίρι, κι εκείνος σήκωσε ανήξερα τους ώμους του. Ήξερε ποια στιγμή το είχα πάρει και όμως δεν με κατηγόρησε. Χμ, περίεργο. Τους πλησίασα και κοίταξα το οπλοστάσιο.
«Αυτά έχεις μόνο;» ρώτησε ειρωνικά ο Κίλιαν. Σήκωσα το χέρι και, αφού ψηλάφισα μέσα από την μπλούζα μου, έβγαλα και ένα ψαλίδι που το είχα βρει νωρίτερα στο μπάνιο και το είχα κρύψει στο σουτιέν μου. Όλοι κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους με έκπληξη. Δεν τους έδωσα παραπάνω σημασία και έστρεψα την προσοχή μου στα όπλα. Τελευταία μοντέλα από περίστροφα, αυτόματα, καραμπίνες και όλα τα σχετικά.
Άρπαξα ένα από τα περίστροφα και το εξέτασα με προσοχή. Σε δευτερόλεπτα όλοι είχαν μαζευτεί πιο κοντά έτοιμοι να δράσουν σε περίπτωση που προσπαθούσα να επιτεθώ. Τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα με ένα όπλο στο χέρι, ε; Ήθελα τόσο πολύ να γελάσω με τις αντιδράσεις τους, μα έπρεπε να παραμείνω σοβαρή.  Έκανα έναν μορφασμό δυσαρέσκειας και το άφησα πάλι πίσω. Θα ορκιζόμουν πως άκουσα μερικούς να αφήνουν απότομα τις ανάσες τους.
«Καλά όλα αυτά, αλλά δεν έχεις τίποτα πιο μακρύ και μυτερό ίσως;» είπα και η φωνή μου ακούστηκε λες και ήμουν καμιά κοπέλα που είχε πάει για ψώνια και δεν της άρεσε τίποτα.  Φυσικά εκείνοι ως άντρες άλλο κατάλαβαν και δεν έλειψαν τα χαχανητά.
«Θα σου έλεγα τίποτα, αλλά έχε χάρη» μουρμούρισε ο Κίλιαν και με προσπέρασε νομίζοντας ότι δεν τον άκουσα. Τον κοίταξα από πάνω ως κάτω περιφρονητικά και εστίασα στο σημείο του καβάλου του.
«Αν κρίνω από αυτό που βλέπω, μάλλον ούτε εκεί…» είπα δυνατά με ένα ειρωνικό χαμόγελο και με τη φωνή μου να στάζει δηλητήριο.  Αμέσως άρχισαν τα γιουχαΐσματα και εκείνος έμοιαζε έτοιμος να εκραγεί. Έκλεισε τα μάτια για μερικά δεύτερα και, αφού πήρε μια βαθιά ανάσα, στάθηκε μπροστά από την άλλη ντουλάπα και την άνοιξε με δύναμη. Το βλέμμα μου αμέσως άστραψε και το χαμόγελό μου έγινε πραγματικό.
«Τώρα μιλάς σωστά». Πλησίασα πιο κοντά και άρχισα να θαυμάζω όλα αυτά τα αριστουργήματα που έβλεπαν τα μάτια μου. Μπροστά μου είχα όλων των ειδών τα μαχαίρια, από μικρά στιλέτα μέχρι μεγάλα ξίφη. Όλα γυαλισμένα με πανέμορφες λαβές και προσεγμένα μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Έπιασα ένα ξίφος και άρχισα να «παίζω» με αυτό στα χέρια μου ενώ ο ήχος που έκανε η λεπίδα καθώς έσχιζε τον αέρα με έκανε να ανατριχιάσω. Το άφησα με μισή καρδιά πίσω και το βλέμμα μου έπεσε σε δύο πιο μικρά μαχαίρια. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Το σχέδιό τους απλό. Η λαβή τυλιγμένη με δέρμα και η λεπίδα ημικύκλια που ερχόταν εξωτερικά κατά μήκος του πήχη. Τα πήρα στα χέρια μου και πραγματικά θα ορκιζόμουν πως άκουσα τους αγγέλους να τραγουδούν.  Πάει, τρελάθηκα, σκέφτηκα εκστασιασμένη.  Γύρισα προς το μέρος του Κίλιαν ο οποίος με κοιτούσε περίεργα.
«Αυτά και τίποτα άλλο» είπα κατηγορηματικά και εκείνος με κοίταξε με καθαρή έκπληξη και ύστερα με περιέργεια.
«Μόλις απέρριψες τα καλύτερα όπλα της αγοράς για να πάρεις δύο μαχαίρια. Καλά λέω ότι εσείς οι γυναίκες είστε καλές μόνο για την κουζίνα και για το κρεβάτι» μουρμούρισε και τον αγριοκοίταξα.
«Τότε ελπίζω ο μισογυνισμός σου να σου κοπεί μόλις δεις τι μπορώ να κάνω με αυτά» είπα ψυχρά και τότε εκείνος με πλησίασε και άπλωσε τα χέρια του προς το μέρος μου…
«Πολύ καλά. Δώσε μου τα μαχαίρια» είπε με μια άνεση και τον κοίταξα καχύποπτα.  Τρελός ήταν; Πώς είναι δυνατόν να νομίζει ότι μπορώ να τα αποχωριστώ; Μείναμε για μερικά δεύτερα να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον και ύστερα με αργές κινήσεις του τα έδωσα. Ήθελα να δω πού το πήγαινε. Τα κράτησε στα χέρια του και γύρισε πλάτη ενώ άρχισε να απομακρύνεται περπατώντας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Έφτασε ως την άλλη άκρη του γυμναστηρίου και, αφού πέρασε μέσα από τα σχοινιά μπήκε μέσα στο ρινγκ, γύρισε προς το μέρος μου. Το κακό ήταν ότι χαμογελούσε. Το χειρότερο; Ήταν ένα χαιρέκακο χαμόγελο. «Θες τα σπαθιά; Ωραία! Θα πρέπει να περάσεις από τους άντρες μου και όταν φτάσεις σε μένα, θα πρέπει να παλέψουμε. Αν δεν τα καταφέρεις, θα ξεκινάς κάθε μέρα από την αρχή, ενώ παράλληλα κάνεις κανονική προπόνηση με τους άλλους. Αν πάλι καταφέρεις και τους περάσεις όλους και νικήσεις και εμένα, πράγμα αδύνατον, τότε τα σπαθιά είναι δικά σου» είπε αυτάρεσκα και τον κοίταξα με έκπληξη. Ο τύπος ήταν όντως σαλεμένος.
«Και αν δεν το κάνω;» επανέλαβα τα προηγούμενα λόγια μου ελπίζοντας πως αυτή τη φορά θα πάρω απάντηση.  Εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα και όταν το σήκωσε ξανά, ήταν απόλυτα σοβαρός. Κατέβηκε από το ρινγκ και, αφού άρπαξε ένα μακρύ κοντάρι, άρχισε πάλι να με πλησιάζει. Όταν ήταν αρκετά κοντά, μίλησε με φωνή μπάσα και ψυχρή.
«Τότε μαζί με αυτά χάνεις και την ελευθερία σου».


 Λίγα λόγια για την συγγραφέα

Η Alexa Merian γεννήθηκε στην Αθήνα 12 Μαϊου του 1994 και μεγάλωσε στην Δυτική Αττική ως τον Αύγουστο του 2016 που μετακόμισε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι τελειόφοιτη το 2ΟΥ ΕΠΑΛ Γραφιστικής όπως επίσης και του κολεγίου ΒΑΚΑΛΟ στον Τομέα του Κόμικς. Τελείωσε με επιτυχία τις σπουδές της το 2013 και αργότερα έστρεψε την προσοχή της στον τομέα του Tattoo με το οποίο ασχολείται μέχρι και σήμερα. Παράλληλα είχε ανακαλύψει την παγκόσμια πλατφόρμα συγγραφής και ανάγνωσης του Wattpad όπου ξεκίνησε να γράφει τις πρώτες της ιστορίες.
Από τον Αύγουστο του 2013 μέχρι και σήμερα έχει ολοκληρώσει οκτώ ιστορίες εκ των οποίων και η ομώνυμη «Κυνηγοί Ζωής».

Wattpad: wattpad.com/alexamerian
Facebook: facebook.com/alexamerian


ΕΚΔΟΣΕΙΣ MARADEL BOOKS

Κατηγορία: Ελληνική Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Αισθηματικό, Περιπέτεια
ISBN: 9786188265


Σχολιάστε εδώ