Περίμενέ με, θα γυρίσω

Περίμενέ με, θα γυρίσω

Συγγραφείς

Έφη Καγξίδου

Λίνα Σπεντζάρη

«Η Σοφία… κρατηθείσα από την 7/3/1945 απολύεται σήμερον δυνάμει του… Αθήνα, Πέμπτη 12/04/1951».
Τρεις μελανές αράδες όλες κι όλες τα ατελείωτα μερόνυχτά της στη φυλακή. Μια σφραγίδα στρογγυλή με υπογραφή πάνω της, τα κλειδιά της ελευθερίας της. Και το μυαλό της γυρίζει πίσω…

28η Οκτωβρίου 1940. Η καμπάνα αρχίζει να χτυπά ασυνήθιστα γρήγορα. Η οικογένεια της Σοφίας εγκλωβίζεται στις Μυρτιές, ένα μικρό χωριό του Κιλκίς, καθώς όλα τα μεταφορικά μέσα επιτάσσονται. Ο πόλεμος ξεσπά, μα η μοίρα της Σοφίας ακολουθεί μελανότερη πορεία. Ο Αφέντης της περιοχής θέλει να την κάνει γυναίκα του και την αρπάζει με τη βία. Σύμμαχοί του ο πόλεμος και τα σφραγισμένα από φόβο στόματα των κατοίκων. Έκτοτε, οι βιασμοί και οι ταπεινώσεις είναι οι μόνιμοι επισκέπτες της ζωής της. Εγκλωβισμένη και μόνη, υπομένει τα πάντα. Όμως η Σοφία είναι αγωνίστρια και η ψυχή της δεν μπορεί να δεχτεί κανενός είδους κατακτητή. Μοναδικός της σύμμαχος, η αγάπη. Μια αγάπη κι από το θάνατο πιο δυνατή.
Παλικάρια από όλα τα μέρη της Ελλάδας καταφτάνουν στο μέτωπο για να πολεμήσουν τον κατακτητή. Η αντιστασιακή ομάδα Εμπρός αναλαμβάνει δράση στην περιοχή του Κιλκίς. Ανάμεσά τους κι εκείνος… Εικόνες φρίκης και δυστυχίας εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια τους, μα των γενναίων το φρόνημα δεν κάμπτεται ποτέ. Η Σοφία κρατά στα χέρια της την τύχη του χωρίς να το γνωρίζει. Ώσπου έρχεται η στιγμή που πρέπει να επιλέξει. Οι κρεμάλες στήνονται στην πλατεία του χωριού, τα όπλα είναι έτοιμα να στείλουν τη σφαίρα κατ’ ευθείαν στην καρδιά του…

Ο πόνος δεν έχει φωνή. Μια υπόσχεση που γίνεται κραυγή, βγαίνει από τα χείλη της. «Περίμενέ με, θα γυρίσω…»

Απόσπασμα βιβλίου

Η ΣΟΦΙΑ

Η Σοφία διαβάζει και ξαναδιαβάζει το χαρτί της αποφυλάκισης. Τρεις μελανές αράδες όλες κι όλες τα ατελείωτα μερόνυχτά της στη φυλακή. Μια σφραγίδα στρογγυλή με υπογραφή πάνω της, βαστάει τα κλειδιά της ελευθερίας της.
«Η Σοφία… κρατηθείσα από την 7/3/1945 απολύεται σήμερον δυνάμει του…
Αθήνα, Πέμπτη 12/04/1951. Ο Γραμματέας».
«Ξημερώνει η Πέμπτη…» μουρμουρίζει. «Αύριο…» Γονατίζει και βγάζει κάτω από το κρεβάτι της μια χαρτόκουτα μικρή, φαγωμένη απ’ τον καιρό. Την ανοίγει βουρκωμένη. Χαΐδεύει το περιεχόμενό της, το πολύτιμο. Ευχετήριες κάρτες δεμένες με ένα λαστιχάκι για τα μαλλιά και γράμματα φυλαχτά. Τα μοναδικά της υπάρχοντα, βαλμένα το ένα πίσω από το άλλο με σωστή χρονολογική σειρά και θρησκευτική ευλάβεια. Αποσπάσματα ιερά της καθημερινότητας των αγαπημένων της προσώπων, που συνέχιζαν τη ζωή τους χωρίς εκείνη. Κάθε τελεία κι ένας λυγμός. Κάθε κεφαλαίο κι άλλη μια δική της απουσία από το παρουσιολόγιο της χαράς τους. Πόσο τους έχει στερηθεί!
Η χαραμάδα από φως που μόλις και μετά βίας τρύπωνε από το παράθυρο το φραγμένο με χοντρές σιδεριές, μίκραινε ολοένα. Η νύχτα τη βρήκε με την πλάτη  ακουμπισμένη στον υγρό και παγωμένο τσιμεντένιο τοίχο του θαλάμου της φυλακής, να ζητιανεύει με τις χούφτες της αδειανές το ξημέρωμα. Λίγες ώρες, όμως, προτού η μέρα της ελευθερίας της φανεί, είδε τους δείχτες του ρολογιού της ζωής της να γυρίζουν πολλά χρόνια πίσω. Ακάλεστη η μνήμη, εμφανίστηκε μπροστά της. Της άπλωσε το χέρι και η Σοφία το κράτησε σφιχτά. Την άφησε να την οδηγήσει νοερά σε εκείνο το ευλογημένο απόγευμα του Οκτώβρη του 1940, στη γειτονιά της, στην Κοκκινιά. Είδε τον εαυτό της να στέκεται έξω από ένα προσφυγικό σπιτάκι, στολισμένο με γεράνια και χρυσάνθεμα. Μύριζε ασβέστη και καθαριότητα. Στα σκούρα πράσινα παράθυρά του σκαρφάλωναν γιούλια και γιασεμιά. Πόσο χαρούμενη ήταν! Η καρδιά της χοροπηδούσε σαν τρελή! Χτυπούσε τόσο δυνατά, που να… και τώρα ακόμα την άκουγε! Ως και τη φωνή της άκουγε. Έφτανε στ’ αφτιά της ολοζώντανη και λαχανιασμένη.
«Μαμά, μπαμπά, γύρισα!»
Ακούμπησε τη σχολική της τσάντα στο τραπέζι της κουζίνας κι έβγαλε με γρήγορες κινήσεις τα παπούτσια της. Κρέμασε τη ζακέτα της στο ξύλινο κρεμαστάρι με τα μεγάλα καρφιά, πίσω από την πόρτα. Το σακάκι του πατέρα της έλειπε, σημάδι πως είχε βγει. Και η μητέρα;
«Κάπου εδώ γύρω θα είναι. Πόσο μακριά μπορεί να πήγε με τις παντόφλες της; Καλύτερα που λείπουν. Το παράκανα σήμερα», αναστέναξε με ανακούφιση.
Η φλόγα στο εικονοστάσι τρεμόπαιξε, λες και τη μάλωνε που άργησε τόσο. Και οι γονείς της το ίδιο θα έκαναν, αν ήταν τώρα εδώ.
«Να είσαι πίσω πριν ανάψει το καντήλι», τη συμβούλευαν κάθε φορά που έβγαινε απ’ το σπίτι. Της είχαν ιδιαίτερη αδυναμία και ήταν πολύ φυσικό. Το μοναχοπαίδι τους ήταν. Κι εκείνη, που ήξερε πόσο την αγαπούσαν, φρόντιζε να είναι πάντα συνεπής. Δεν ήθελε να τους στενοχωρεί. Το καντήλι, βέβαια, άναβε με την καμπάνα του εσπερινού και η Σοφία μερικές φορές σχόλαγε από το Γυμνάσιο λίγη ώρα αργότερα. Βράδιαζε και νωρίς τώρα πια. Οκτώβρης μήνας ήτανε. Έτσι, όπως και να είχαν τα πράγματα, αργοπορημένη την έβρισκαν πάντα. Σήμερα όμως ένα παραπάνω.
«Και ντο αραεύ έναν κορτσόπον μαναχόν ση σκοτίαν; Την πελάν’ ατς αραεύ! *» της έλεγε ο πατέρας της, μισοαστεία μισοσοβαρά, για να της δώσει να καταλάβει το λόγο της ανησυχίας του.
Με μια μικρή κίνηση του χεριού της, το δωμάτιο φωτίστηκε μονομιάς. Δυο ολόκληρα χρόνια είχαν περάσει από τότε που μ’ ένα απλό γύρισμα του διακόπτη η νύχτα γινόταν μέρα σε μια μόνο στιγμή και ακόμα να το συνηθίσει…

* Και τι γυρεύει ένα κορίτσι μοναχό στα σκοτεινά; Τον μπελά του γυρεύει!

 Διαβάστε τη συνέχεια ΕΔΩ

Κριτική βιβλίου

Οι εξαίρετες κυρίες Έφη Καγξίδου και Λίνα Σπεντζάρη με το νέο μυθιστόρημά τους «Περίμενέ με, Θα Γυρίσω» μας αποδεικνύουν για μία ακόμα φορά το αστείρευτο συγγραφικό τους ταλέντο, δημιουργώντας μια καθηλωτική ιστορία που κόβει την ανάσα βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα. Ατόφια κομμάτια Ιστορίας συνυφαίνονται μαζί με τις προσωπικές ιστορίες της Σοφίας, του Στέφανου, του Ορέστη, της Αντιγόνης, του Άγγελου, της Αρετής, του Γιάννου και του Γκίκα, που ίσως θα του ταίριαζε καλύτερα το επίθετο «Κυανοπώγωνας».
Η πλοκή σφιχτοδεμένη και καταιγιστική, οι ήρωες άρτια σκιαγραφημένοι σαν να είναι ολοζώντανοι, τα σκηνικά στα δυσπρόσιτα βουνά της Μακεδονίας μαγευτικά και υποβλητικά, όμως αυτό που για μένα κερδίζει τον αναγνώστη είναι η ίδια η ιστορία. Μια ιστορία πραγματικής και βαθιάς αγάπης, θάρρους, αυτοθυσίας και γενναιότητας, εγκαρτέρησης και άσβεστης ελπίδας πως κάθε δοκιμασία, όσο δυσβάσταχτη κι αν είναι, μας παρουσιάζεται για να «ατσαλωθούμε» περισσότερο και να μπορέσουμε να την ξεπεράσουμε, διεκδικώντας όσα πραγματικά μας αξίζουν. Πολλά και θερμά συγχαρητήρια στις συγγραφείς για ένα ακόμα αριστουργηματικό τους έργο. Διαβάστε το, Φίλοι μου!
– Κλειώ Τσαλαπάτη-  «ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ»

Περισσότερα ΕΔΩ


Λίγα λόγια για τις συγγραφείς

Η Λίνα Σπεντζάρη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Συμμετείχε στις ανθολογίες: «Υπάρχουν ποιητές;» «Μη Βία», «Η μοναξιά είναι χάρισμα». Διακρίθηκε στους ποιητικούς αγώνες της ΠΕΛ στους Δελφούς και τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ξενόγλωσσης ποίησης στον λογοτεχνικό διαγωνισμό «Giovanni Gronchi».

Η Έφη Καγξίδου ζει στη Θεσσαλονίκη. Το 2013 εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Από τον εξώστη της ψυχής μου». Το έργο αυτό με απόφαση του Πατριαρχείου πρωτοκολλήθηκε και τοποθετήθηκε στη βιβλιοθήκη του Μεγάλου Βασιλείου. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε πολλά περιοδικά.


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΞΗ

Κατηγορίες: Ιστορικό μυθιστόρημα, Κοινωνικό, Αληθινή ιστορία

 


Σχολιάστε εδώ